Άρθρο 30 του Συντάγματος και ο ορισμός της «Δικαίας Δίκης»

Του Αναστάση Θεοχαρίδη*

Αποστολή μας αυτή την φορά, η συνοπτική παρουσίαση των όρων και του περιεχομένου του άρθρου 30 του Κυπριακού Συντάγματος. Το άρθρο αυτό, εμπεριέχεται στο Μέρος 2 του πίνακα περιεχομένων του Κυπριακού Συντάγματος και το Μέρος φέρει τον τίτλο: «Περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών». Τόσο από τον τίτλο όσο και από το περιεχόμενο του, το άρθρο χαρακτηρίζεται από τους Συντάκτες του ως θεμελιώδες και άρα ως αυτονόητο, θα λέγαμε, για μια ευνομούμενη και δημοκρατικώς δομημένη Δημοκρατία η οποία σέβεται, αν μη τι άλλο στο «ελάχιστο», τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών της.

Η διαφύλαξη αλλά και η προσήλωση στο περιεχόμενο του και η πιστή τήρηση των όρων και εγγυήσεων που περιλαμβάνει το άρθρο, το καθιερώνουν ως τέτοιο, ήτοι θεμελιώδες. Η από μέρους δε της Πολιτείας δράση, επιβάλλεται όπως είναι, η θωράκιση, με περισσότερες εξασφαλίσεις, του δικαιώματος αυτού αλλά και, η παροχή μέσων για απρόσκοπτη άσκηση του δικαιώματος, από έκαστο, ημεδαπό και/ή αλλοδαπό, νοουμένου πως, πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις που το ίδιο το άρθρο του Συντάγματος ορίζει.

Το εν λόγω άρθρο, έχει συνδεθεί με τον ορισμό της Δικαίας Δίκης. Βασική πτυχή του Δικαιώματος είναι ο όρος αυτός, ο οποίος αποτελείται συνάμα και από άλλες εγγυήσεις και όρους.

Από μία απλά και μόνον επιδερμική ανάγνωση του άρθρου, μπορεί ο οιοσδήποτε να αντιληφθεί την ευρύτητα του περιεχομένου και του πεδίου εφαρμογής που αυτό καλύπτει. Η ευρύτητα και το εκτενές του περιεχομένου του εν λόγω άρθρου, σκοπό και στόχο έχει την όσο το δυνατό καλύτερη, πληρέστερη και χωρίς στενούς δογματικούς ορισμούς, ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 30 του Κυπριακού Συντάγματος εις έκαστο πολίτη αυτής της Δημοκρατίας.

Πρότυπο για τις διασφαλίσεις του Συνταγματικού Χάρτη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποτέλεσε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση και ως προς το συγκεκριμένο άρθρο που μας απασχολεί, ήτοι το άρθρο 30, είναι αυτό το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση κυρώθηκε και αποτελεί μέρος του Ημεδαπού Δικαίου, από το 1962 ημερομηνία κατά την οποία η Κυπριακή Βουλή με Κυρωτικό Νόμο κατέστησε ως κομμάτι της Εσωτερικής Εννόμου Τάξεως της το περιεχόμενο της Συμβάσεως αυτής. Με τον ίδιο Νόμο δε και κατά τον ίδιο τρόπο κυρώθηκε και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Σύμβασης καθώς και μεταγενέστερα Πρωτόκολλα αυτών. Από διαδικαστικής απόψεως και/ή νομοτεχνικής, η μεταφορά αυτών των Ευρωπαϊκών και/ή Διεθνών Συμβάσεων και/ή Συμφωνιών γίνεται στη βάση του άρθρου 169 του Κυπριακού Συντάγματος.

Επιπλέον και τα Σύμφωνα των Ηνωμένων Εθνών, προνοούν και διαφυλάττουν το γενικότερο δικαίωμα της δικαστικής συμπαράστασης. Τα εν λόγω Σύμφωνα αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της Κυπριακής Έννομης Τάξης. Ο Νόμος, με τον οποίον καθιερώθηκαν αυτά είναι ο Νόμος 14/1969.

Συνοπτικά, το άρθρο 30 του Συντάγματος κατοχυρώνει:
Την πρόσβαση στη Δικαιοσύνη

Απαγορεύει την διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ανθρώπου και της ποινικής τους ευθύνης από σώμα άλλο από το κατά νόμο συντεταγμένο δικαστήριο, αποκλειόμενης της σύστασης δικαστικών επιτροπών ή έκτακτων δικαστηρίων κάτω από οιονδήποτε μανδύα

Διασφαλίζει τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης

Αποκλειστικός και μόνος κριτής των Αστικών Δικαιωμάτων και ποινικής ευθύνης του οιουδήποτε λοιπόν είναι τα Δικαστήρια μας. Κανένα σώμα, άλλο από αυτά, δεν έχει αρμοδιότητα να προβαίνει σε ευρήματα περί των πιο πάνω καταστάσεων που αφορούν την υπόσταση του ατόμου. Το τεκμήριο και/ή προνόμιο αυτής της κρίσης, ανήκει και ασκείται αποκλειστικά από τα Δικαστήρια μας. Κάτι, που απεφασίσθη και στο πλαίσιο διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Ιδιαίτερη ευαισθησία υπάρχει ως προς την έννοια της εντός ευλόγου χρόνου διεκπεραίωσης μίας δικαστικής διαδικασίας και/ή διάγνωσης αστικών αδικημάτων και/ή ποινικής ευθύνης έκαστου κατηγορούμενου. Είναι αλήθεια πως, σε επίπεδο Κυπριακών αποφάσεων αλλά και Ευρώπης, προεξέχει αυτή η βασική πτυχή και παράμετρος του γενικότερου δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και/ή δικαιώματος στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης.

Γίνεται επομένως αντιληπτό πως, το δικαίωμα του «δικάζεσθαι εντός εύλογου χρόνου» διασφαλίζεται από το αρ. 30.2 του Συντάγματος και το αρ. 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. Η σχετική διασφάλιση σκοπό έχει να υπογραμμίσει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες δυνατόν να θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της. Στις ποινικές υποθέσεις εξυπηρετεί ακόμη ένα σκοπό και αυτός δεν είναι άλλος από το να προστατεύει τα άτομα από μια μακρά κατάσταση αβεβαιότητας για την τύχη τους.

Κατά την εξέταση δε, του τί αποτελεί εύλογο χρόνο, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη:

τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης  περιλαμβανομένων ειδικώς της πολυπλοκότητας των πραγματικών ή νομικών ζητημάτων που εγείρονται  της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών.

Οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές, που προκύπτουν από την πλούσια, επί του θέματος, Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, έχουν υιοθετηθεί και από την δική μας Νομολογία (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μενελάου, Ποινική Έφεση 7549/14.4.2004 ).

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν περιορίζεται όμως μόνο στην πολυπλοκότητα της υπόθεσης και στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Έχει αναφερθεί και σε άλλους παράγοντες. Ένας τέτοιος παράγοντας είναι το τί διακυβεύεται για τον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου χρειάζεται ειδική επιμέλεια σε υποθέσεις που αφορούν στην απασχόληση του κατηγορουμένου, την πολιτική υπόσταση του, την ψυχική του υγεία ή τον τίτλο του επί της ακίνητης ιδιοκτησίας ή όπου είναι θέμα τροχαίου ατυχήματος.

Για να θεμελιωθεί παραβίαση του αρ. 6(1) της Σύμβασης λόγω υπερβολικής διαδικαστικής καθυστέρησης δεν είναι ανάγκη να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος έχει επηρεαστεί δυσμενώς στην ετοιμασία ή παρουσίαση της υπεράσπισης του. Η Αγγλική Νομολογία φαίνεται να διαφοροποιείται από αυτό τον κανόνα και σε σχετική απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων αποφασίστηκε πως, ποινική διαδικασία δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε παραβίαση της αρχής πως η εκδίκαση της υπόθεσης θα έπρεπε να περατωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου.

Από Κυπριακής απόψεως η Νομολογία είναι πλήρως συνυφασμένη με τα δόγματα της Νομολογία του ΕΔΑΔ.

Συμπερασματικά, τα εχέγγυα της Δικαίας Δίκης, ως αυτά καθορίζονται από το άρθρο 30 του Συντάγματος και τη Νομολογία, είναι τα ακόλουθα:

Τα συγκρότηση και σύνθεση του Δικαστηρίου
Τη λειτουργία του Δικαστηρίου σε δημόσια ακροαματική διαδικασία
Το χρόνο διεξαγωγής της δίκης
Τη στοιχειοθέτηση της δικαστικής αποφάσεως

Ως προς τη συγκρότηση και τη σύνθεση του Δικαστηρίου, απαιτείται όπως το Δικαστήριο είναι:

Αρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσης, ιδρυθέν δια νόμου
Ανεξάρτητο και
Αμερόληπτο

Γίνεται αντιληπτό λοιπόν πως το υπόβαθρο προστασίας και διαφύλαξης του εν λόγω δικαιώματος, τόσο από Συνταγματικής και Νομοθετικής απόψεως όσο και Νομολογιακής, υφίσταται σε Εθνικό, Ευρωπαϊκό και Διεθνές επίπεδο. Αυτό, δίδει στους Κοινωνούς και Φορείς του Δικαιώματος, την εξουσία όπως σέβονται τις εγγυήσεις που περιβάλλουν το Δικαίωμα αυτό και μην προβαίνουν σε κατάχρηση αυτού.

*Δικηγόρος – Νομικός Σύμβουλος – Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος