Αντισυνταγματικές οι περικοπές και καταργήσεις επιδομάτων

Του Δημοσθένη Στεφανίδη*

Αναφορικά με τις πολύ πρόσφατες περικοπές και καταργήσεις επιδομάτων σημειώνω ότι αυτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του μισθού τους και δεν συνιστούν προσαύξησή του, καθότι αποτελούν αντάλλαγμα και οικονομικό αντιστάθμισμα των, απερίφραστα, ιδιαίτερων, πρόσθετων, αυξημένων, ιδιόμορφων και κατά συνέπεια παραγωγικών συνθηκών άσκησης και αποστολής του επαγγέλματος και παροχής της εργασίας τους, στην οποία προέχει εμφανώς η κοινωνική της διάσταση και προσφορά και κατά συνέπεια εξυπηρετείται και προάγεται το δημόσιο συμφέρον, η κοινωνική σταθερότητα και ευημερία, στα οποία συμβάλλουν εκ των πραγμάτων αποφασιστικά οι αντίστοιχοι υπάλληλοι, αποκομίζοντας δυσανάλογα μικρό ατομικό όφελος σε σχέση με την προσφορά τους, των οποίων μάλιστα ο μισθός αποτελεί το μοναδικό μέσο επιβίωσης.

Περαιτέρω, σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο νομοθέτης μπορεί να θεσπίσει μέτρα περιστολής δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, πλην όμως η δυνατότητα αυτή έχει ως όριο την αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων εκάστου.

Τούτο σημαίνει ότι η επιβάρυνση αυτή πρέπει να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα και δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση, από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας, να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, κάτι που καταστρατηγείται στη δική μας περίπτωση (Ενδεικτικά, ΣτΕΟλ. 1286/2012).

Στα πλαίσια των πιο πάνω παρατηρείται μία ειδικότερη στοχοποίηση και θυματοποίηση των δημοσίων υπαλλήλων που απολαύουν των σχετικών επιδομάτων, στα πλαίσια της ευρύτερης στοχοποίησης των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι όμως ακριβώς τα εισπράττουν ουσιαστικά αποζημιωτικά, ως κίνητρο προσέλκυσης (και παραμονής;) και αντιστάθμισμα για την αντίστοιχη προσφορά τους, με αποτέλεσμα οι ίδιοι, στα πλαίσια της πλατειάς δέσμης μέτρων που πλήττουν εν γένει τον τομέα τους, να τίθενται σε χειρότερη μοίρα σε σχέση με τους υπόλοιπους δημοσίους υπαλλήλους, αφού οι συνθήκες και κατά συνέπεια η φύση και η διάσταση του έργου τους, αντικειμενικά ιδωμένες, δεν είναι το ίδιο, συνεπώς, συντρέχει κατά μείζονα λόγο χειρότερη μεταχείρισή τους μέσα στην ευρύτερη άνιση μεταχείριση των δημοσίων υπαλλήλων, αντίθετα προς τις υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες, ως προς το μέγεθος της δημοσιονομικής θυσίας και το χρέος κοινωνικής τους αλληλεγγύης.

Σημειώνω επίσης ότι η μείωση του μισθού «..δεν αποτελεί το μοναδικό δυνατό, αναγκαίο και βασικό μέτρο για την προσπάθεια σταθεροποίησης των δημοσίων οικονομικών υπό συνθήκες σοβαρής οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης της χώρας – …»

(Αίτηση για για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Tribunal do Trabalho do Porto (Πορτογαλία) στις 8 Μαρτίου 2012 στην υπόθεση C-128/12 Sindicato dos Bancários do Norte κ.λπ. κατά BPN – Banco Português de Negócios, SA).

Καταληκτικά, σημειώνω ότι ο Άρειος Πάγος της Ιταλίας με την υπ’ αρ. 116/2013 απόφασή του έκρινε αντισυνταγματική την έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης που επιβλήθηκε στους πολίτες οι οποίοι λαμβάνουν υψηλές συντάξεις, αποφαινόμενο πως το μέτρο αυτό αντιβαίνει στην αρχή ισότητας όλων των πολιτών και στην ομαλή λειτουργία του φορολογικού συστήματος, κρίνοντας ότι δεν μπορεί να απαιτούνται θυσίες από μια μόνον κατηγορία πολιτών όσο υψηλά και αν είναι τα εισοδήματά της.

 

*Δικηγόρος – Νομικός Σύμβουλος Εθνικού πατριωτικού μετώπου Λακεδαιμονίων