Οικολόγοι: Ανησυχία και απογοήτευση για την διαχείριση του αφθώδους πυρετού

Το Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών εκφράζει την έντονη ανησυχία και απογοήτευσή του για τον τρόπο διαχείρισης της κρίσης του αφθώδους πυρετού από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες και την Κυβέρνηση, μια διαχείριση που δυστυχώς έχει αποτύχει παταγωδώς να περιορίσει την εξάπλωση της νόσου και τις τραγικές συνέπειες για τον ζωικό πληθυσμό και τους κτηνοτρόφους του τόπου.

Κατά τη συνάντηση που είχε ο Ευρωπαίος Επίτροπος Olivér Várhelyi με εκπροσώπους των κομμάτων, είχε ξεκάθαρα αναφερθεί ότι η εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν πως η κρίση θα συνεχιζόταν τουλάχιστον μέχρι τον Ιούνιο. Με βάση αυτή την προειδοποίηση, γεννάται εύλογα το ερώτημα: ποια πρόσθετα και ουσιαστικά μέτρα λήφθηκαν ώστε να αποτραπεί η σημερινή κατάσταση, όπου πλέον καταγράφεται κρούσμα ακόμη και στην επαρχία Λεμεσού;

Παράλληλα, προκαλεί σοβαρό προβληματισμό το γεγονός ότι, ενώ ο ευρωπαϊκός κανονισμός παρέχει τη δυνατότητα εξαίρεσης από τις θανατώσεις για σπάνιες και προστατευόμενες φυλές, δεν φαίνεται να έγινε η αναγκαία πολιτική και διαπραγματευτική προσπάθεια ώστε να αξιοποιηθεί αυτό το περιθώριο. Ως αποτέλεσμα, έχουμε φτάσει σήμερα στο τραγικό σημείο οι θανατώσεις ζώων να έχουν ξεπεράσει τις 70.000.

Για εμάς, ωστόσο, το σοβαρότερο λάθος από την αρχή της κρίσης — και ένα ζήτημα που άπτεται καθαρά πολιτικής διαχείρισης — ήταν η απόφαση να μην προχωρήσει η Κυπριακή Δημοκρατία σε προληπτικό εμβολιασμό αμέσως μετά την εμφάνιση του πρώτου κρούσματος στα κατεχόμενα. Η επιλογή αυτή αγνόησε μια κρίσιμη πραγματικότητα: ότι τα κατεχόμενα, σύμφωνα και με το Πρωτόκολλο 10 της Συνθήκης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελούν μέρος της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, έστω και αν το ευρωπαϊκό κεκτημένο έχει προσωρινά ανασταλεί στις περιοχές αυτές.

Η διαχείριση μιας τόσο σοβαρής υγειονομικής κρίσης απαιτεί πρόληψη, έγκαιρες αποφάσεις και πολιτική βούληση. Δυστυχώς, η μέχρι σήμερα εικόνα αποδεικνύει ότι χάθηκε πολύτιμος χρόνος, με αποτέλεσμα να πληρώνουν το τίμημα οι κτηνοτρόφοι, η αγροτική οικονομία και χιλιάδες ζώα.