Είναι ευθύνη του εισαγωγέα να εξακριβώνει την ορθότητα των στοιχείων προέλευσης των προϊόντων που ο ίδιος έχει εισάξει, γνωμάτευσε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εξετάζοντας, κατόπιν ερωτήματος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, το ποιος φέρει το βάρος απόδειξης ως προς την πραγματική χώρα προέλευσης προϊόντων, όταν, από μεταγενέστερο έλεγχο, εξακριβώνεται ότι η χώρα παραγωγής των προϊόντων αυτών είναι άλλη αυτής που δηλώθηκε.
Η υπόθεση, η οποία αφορά σε τελωνειακή διαφορά μεταξύ εισαγωγέα και Τμήματος Τελωνείων που ωστόσο αγγίζει νομικά ζητήματα γενικότερης σημασίας, σχετίζεται με την εκ των υστέρων τελωνειακή οφειλή για ποδήλατα που είχαν εισαχθεί από τη Σρι Λάνκα για διάθεση στην κυπριακή αγορά, για τα οποία, σε μεταγενέστερο στάδιο, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) ενημέρωσε τις κυπριακές τελωνειακές αρχές ότι βάσει έρευνας που διεξήγαγε για εισαγωγές ποδηλάτων από τη Σρι Λάνκα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχεδόν όλα τα ποδήλατα που εξήχθησαν από τη συγκεκριμένη εταιρεία προς την Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν κινεζικής παραγωγής, αλλά παρουσιάζονταν ως σριλανκέζικα για να αποφεύγονται οι δασμοί αντιντάμπινγκ. Στη βάση του ευρήματος της OLAF το Τμήμα Τελωνείων προχώρησε σε επιβολή, εκ των υστέρων, πρόσθετης τελωνειακής οφειλής προς την εταιρεία, η οποία αποτελεί και το επίδικο ζήτημα.
Στο ερώτημα του Γενικού Εισαγγελέα το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο γνωμάτευσε ότι το βάρος απόδειξης πιστοποίησης της χώρας προέλευσης των εισαχθέντων εμπορευμάτων στις περιπτώσεις όπου οι αρμόδιες Αρχές, οι οποίες δεν ευθύνονται για την εσφαλμένη κατάταξη, αδυνατούν να εξακριβώσουν κατά τον εκ των υστέρων έλεγχο την ορθότητα των στοιχείων προέλευσης των εισαχθέντων προϊόντων, το φέρει ο ίδιος ο εισαγωγέας.
Εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, την υπόθεση χειρίστηκαν οι κ.κ. Σίλια Χαραλάμπους και Τατιάνα Ιακωβίδου, Δικηγόροι της Δημοκρατίας.
