Mercosur: Συμφωνία για τους λίγους, χάος για τους πολλούς…

Μετά από 26 χρόνια διαπραγματεύσεων, η ΕΕ ενέκρινε την αμφιλεγόμενη εμπορική συμφωνία Μερκοσούρ, πυροδοτώντας την οργή των αγροτών σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Η συμφωνία Μερκοσουρ είναι μια εμπορική συμφωνία μεταξύ ΕΕ και τεσσάρων χωρών της Λατινικής Αμερικής: της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Παραγουάης και της Ουρουγουάης, οι οποίες συνολικά αντιπροσωπεύουν πληθυσμό περίπου 270εκ. Η συμφωνία θα καταργήσει σταδιακά τους δασμούς σε ποσοστό πάνω από το 90% του εμπορίου μεταξύ ΕΕ και των χωρών αυτών. Εταιρείες κολοσσοί της αυτοκινητοβιομηχανίας, χημικών και φαρμάκων της ΕΕ που σήμερα καταβάλουν φόρους έως και 35% για εξαγωγές στις χώρες Μερκοσούρ, με την ισχύ της συμφωνίας και την κατάργηση των φορολογικών «εμποδίων», θα εξάγουν μαζικά τα προϊόντα τους συγκεντρώνοντας μεγαλύτερα κέρδη. Σε αντάλλαγμα, η ΕΕ έχει παραχωρήσει στην Αργεντινή και τη Βραζιλία, δύο χώρες με τεράστια γεωργική δύναμη, αδασμολόγητες εισαγωγές βόειου κρέατος, πουλερικών, ζάχαρης, μελιού κ.α. Με απλά λόγια, η ΕΕ έθεσε σε δεύτερη μοίρα τα συμφέροντα των ευρωπαίων παραγωγών, τη δημόσια υγεία και την επισιτιστική ασφάλεια, επιδιώκοντας να διασώσει τις ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες και φαρμακοβιομηχανίες που βρίσκονται σε ύφεση, παρά τα επανειλημμένα σκάνδαλα διαφθοράς που τις βαραίνουν.

Η ηγεσία της ΕΕ, έρχεται αντιμέτωπη με σοβαρές καταγγελίες από πλευράς Αριστεράς και Σοσιαλιστών στο Ευρωκοινοβούλιο, οι οποίοι την κατηγορούν για έλλειψη επαρκούς νομικής αξιολόγησης των επιπτώσεων της συμφωνίας, ιδιαίτερα σε εργασιακό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό επίπεδο, καθώς και για υπονόμευση των δημοκρατικών διαδικασιών, αφού οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιήθηκαν κεκλεισμένων των θυρών.

Η συμφωνία εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, καθώς δεν διασφαλίζει ίσα εργασιακά και κοινωνικά πρότυπα μεταξύ της ΕΕ και των χωρών της Mercosur, όπου το κόστος παραγωγής και οι μισθοί είναι πολύ χαμηλότεροι. Επομένως, η συμφωνία αυτή, αποτελεί απειλή για τα δικαιώματα των εργαζομένων και εντείνει τις ανισότητες. 

Μια τέτοια συμφωνία ανοίγει τον δρόμο στην εισαγωγή φθηνών φυτικών και ζωικών προϊόντων που δεν πληρούν τα αυστηρά ευρωπαϊκά πρότυπα ασφάλειας τροφίμων και χρήσης φυτοφαρμάκων, καθώς ουσίες και ορμόνες που χρησιμοποιούνται στις καλλιέργειες και στην κτηνοτροφία αυτών των χωρών, όπως η Βραζιλία, έχουν απαγορευθεί στην ΕΕ εδώ και χρόνια. Παράλληλα η συμφωνία, ενδέχεται να οδηγήσει σε κατάρρευση των τιμών που αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο κυρίως για τους αγελαδοτρόφους και τους πτηνοτρόφους της χώρας μας, που έχουν μικρότερες εκμεταλλεύσεις, αφήνοντας τους έρμαιο στα χέρια των πολυεθνικών.

Η Κύπρος, ως μικρό κράτος, είναι εξαρτημένη σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη στις επιπτώσεις της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ–MERCOSUR. Η εισροή φθηνότερων αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων από χώρες της Νότιας Αμερικής αναμένεται να εντείνει τον ανταγωνισμό, ασκώντας πιέσεις στους Κύπριους παραγωγούς, οι οποίοι ήδη λειτουργούν με υψηλότερο κόστος παραγωγής και αυστηρότερα περιβαλλοντικά και υγειονομικά πρότυπα. Αυτό ενδέχεται να οδηγήσει σε συρρίκνωση της εγχώριας αγροτικής παραγωγής, απώλεια εισοδήματος για τους τοπικούς παραγωγούς και περαιτέρω εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενα προϊόντα. Παράλληλα, δημιουργούνται ανησυχίες για την ποιότητα και την ασφάλεια των τροφίμων, αλλά και για τη διατήρηση παραδοσιακών κυπριακών προϊόντων, τα οποία δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν μαζικά παραγόμενα αγαθά χαμηλότερου κόστους.

Παρά τις σοβαρές ανησυχίες που εγείρονται, η κυπριακή κυβέρνηση έχει ταχθεί υπέρ της ψήφισης της συμφωνίας, χωρίς να έχει καταθέσει καμία αξιόπιστη εκτίμηση των επιπτώσεων της συμφωνίας στον αγροδιατροφικό τομέα της Κύπρου. Οι δήθεν «δικλείδες ασφαλείας», τις οποίες διατυμπανίζει η ηγεσία της ΕΕ, εστιάζουν κυρίως στα προϊόντα με γεωγραφική ένδειξη, για τα οποία προβλέπεται μια υποτιθέμενη «ισχυρή νομική προστασία» Σε αυτό το σημείο είναι καλό να αναφέρουμε ότι, το χαλούμι απουσιάζει από τον κατάλογο των προϊόντων για την Κύπρο. Πρόκειται για ελιγμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς οι μηχανισμοί είναι ασαφείς, ανεπαρκείς και εύκολα παρακάμπτονται. Στην πραγματικότητα, δεν εξασφαλίζουν ούτε τους ευρωπαίους παραγωγούς, ούτε τα δικαιώματα των εργαζομένων, ούτε την ασφάλεια των πολιτών, αφήνοντας την κοινωνία εκτεθειμένη σε αθέμιτο ανταγωνισμό και σε υποβάθμιση των προτύπων που η ίδια η ΕΕ έχει θεσπίσει.

Ερμιόνη Γεωργίου,

μέλος Γραφείου Ευρωβουλής και Κ.Ε. ΑΚΕΛ