Κόστος ενέργειας στην ΕΕ: Σωστή διάγνωση, ανεπαρκής θεραπεία

Ανδρέας Πουλλικκάς

Καθηγητής Ενεργειακών Συστημάτων

Αντιπρύτανης, Frederick University

Η Σύνοδος Κορυφής των αρχηγών κρατών μελών της EE, της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 2026, αναγνώρισε ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας πλήττουν νοικοκυριά, βιομηχανία και οικονομία. Ζήτησε συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση με «στοχευμένα και προσωρινά μέτρα». Η διάγνωση είναι σωστή, η θεραπεία όμως παραμένει κυρίως ανεπαρκής.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες καλωσόρισαν την αναβολή ορισμένων υποχρεώσεων του κανονισμού για το μεθάνιο και την πρόθεση παράτασης του προσωρινού πλαισίου κρατικών ενισχύσεων για τους πιο εκτεθειμένους βιομηχανικούς κλάδους. Παράλληλα, στήριξαν την εθελοντική συνένωση των ενεργειακών αναγκών επιχειρήσεων και βιομηχανιών, ώστε η μεγαλύτερη συνολική ζήτηση να ενισχύσει τη διαπραγματευτική τους δύναμη και να συμβάλει σε χαμηλότερες και πιο σταθερές τιμές. Για την αγορά εκπομπών θερμοκηπιακών αερίων (ETS) ζήτησαν να επιταχυνθεί η νομοθετική διαδικασία σχετικά με το Αποθεματικό Σταθερότητας της Αγοράς, με στόχο τον περιορισμό της υπερβολικής μεταβλητότητας, καθώς και να επικαιροποιηθεί η εκτίμηση των επιπτώσεων του ETS2. Επανέλαβαν, επίσης, ότι η ενεργειακή μετάβαση, με ταχύτερο εξηλεκτρισμό, περισσότερες ανανεώσιμες και άλλες πηγές χαμηλών εκπομπών, ισχυρότερα δίκτυα, αποθήκευση και ενεργειακή απόδοση, αποτελεί την αποτελεσματικότερη στρατηγική για διαρθρωτικά χαμηλότερες τιμές. Η σύνδεση της ενεργειακής μετάβασης με την ασφάλεια εφοδιασμού και το κόστος είναι η θετικότερη πτυχή των συμπερασμάτων.

Όμως η μεταβλητότητα της τιμής των δικαιωμάτων εκπομπών θερμοκηπιακών αερίων δεν είναι θεωρητικό ζήτημα. Οι τιμές πλησίασαν τα 88 ευρώ ανά τόνο στις αρχές Οκτωβρίου 2026και παρέμειναν πάνω από τα 85 ευρώ στα μέσα του μήνα. Όταν μονάδες ορυκτών καυσίμων καθορίζουν την τιμή της αγοράς ηλεκτρισμού, κάθε αύξηση ή μείωση της τιμής των εκπομπών δικαιωμάτων θερμοκηπιακών αερίων (εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα) μεταφέρεται άμεσα στον λογαριασμό του καταναλωτή. Γι’ αυτό χρειάζεται ένας σαφής και προβλέψιμος μηχανισμός παρέμβασης, ώστε το ETS να παραμένει κίνητρο για επενδύσεις και όχι πηγή πρόσθετης αβεβαιότητας.

Εδώ εντοπίζεται η πρώτη αδυναμία των συμπερασμάτων. Τα προσωρινά μέτρα μετριάζουν το πρόβλημα αλλά δεν αλλάζουν όμως τη δομή του κόστους. Εάν οι κρατικές ενισχύσεις δεν συνδεθούν με επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές, αποθήκευση και εξοικονόμηση ενέργειας, κινδυνεύουν να παγιώσουν την εξάρτηση που υποτίθεται ότι επιδιώκουν να μειώσουν. Η δεύτερη αδυναμία αφορά την προβλεψιμότητα. Οι αρχηγοί των κρατών μελών ζητούν «διαφανή και προβλέψιμη» αγορά δικαιωμάτων εκπομπών θερμοκηπιακών αερίων, ενώ ταυτόχρονα καλωσορίζουν την αναβολή υποχρεώσεων για το μεθάνιο. Οι επενδυτές και οι εισαγωγείς χρειάζονται σταθερούς κανόνες και όχι διαρκείς αναθεωρήσεις. Κάθε αναβολή ενισχύει την εντύπωση ότι το κανονιστικό και ρυθμιστικό πλαίσιο μπορεί να αλλάξει υπό πίεση.

Η τρίτη και σοβαρότερη αδυναμία αφορά τις υποδομές. Η δέσμη μέτρων για τα ευρωπαϊκά δίκτυα περιλαμβάνεται στους φακέλους που πρέπει να ολοκληρωθούν έως το τέλος του έτους, χωρίς όμως τα συμπεράσματα να καθορίζουν ποσοτικούς στόχους, συγκεκριμένη χρηματοδότηση ή χρονοδιάγραμμα υλοποίησης. Οι διασυνδέσεις και η αποθήκευση δεν είναι πολυτέλεια. Αποτελούν βασικές υποδομές για την ασφάλεια εφοδιασμού και τη σταθερότητα των τιμών. Η Σύνοδος αναγνωρίζει ρητά τον ρόλο των διασυνοριακών ηλεκτρικών διασυνδέσεων στη στήριξη της Ουκρανίας, αλλά δεν εξειδικεύει αντίστοιχη μέριμνα για τα νησιωτικά και απομονωμένα ενεργειακά συστήματα της ίδιας της ΕΕ. Η τέταρτη αδυναμία αφορά τους ευάλωτους καταναλωτές. Στο ETS2 προβλέπεται η αποδέσμευση πρόσθετων δικαιωμάτων από το Αποθεματικό Σταθερότητας όταν η μέση τιμή δημοπρασίας υπερβαίνει, για δύο συνεχόμενους μήνες, το όριο των 45 ευρώ ανά τόνο σε τιμές 2020, αναπροσαρμοσμένο με βάση τον πληθωρισμό. Πρόκειται για μηχανισμό αποκλιμάκωσης και όχι για απόλυτο πλαφόν στην τιμή. Η κατεύθυνση είναι σωστή, αλλά η προστασία των νοικοκυριών πρέπει να είναι εξίσου ρητή και επαρκώς χρηματοδοτημένη, ώστε η κλιματική πολιτική να μη μετατραπεί σε κοινωνικό βάρος.

Τη διαφορά θα την έκανε μια πιο ουσιαστική και δομική ευρωπαϊκή παρέμβαση από τους Ευρωπαίους ηγέτες. Απαιτούνται δεσμευτικοί στόχοι και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για δίκτυα και διασυνδέσεις, με ειδική μέριμνα για τα νησιωτικά και απομονωμένα συστήματα. Χρειάζονται επίσης ρητοί στόχοι και αγοραίοι μηχανισμοί για την αποθήκευση, ώστε να απορροφάται μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές και να περιορίζεται η εξάρτηση από ακριβές μονάδες αιχμής. Παράλληλα, απαιτείται μια πραγματικά ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρισμού με διαφανή τιμολογιακά σήματα, που να ενισχύει τις επενδύσεις και να αποτρέπει στρεβλώσεις. Στο ίδιο πλαίσιο, είναι σκόπιμο να εφαρμοστεί η εισαγωγή μηχανισμού εξομάλυνσης τιμολογιακών κραδασμών (price shock absorber), ώστε σε περιόδους ακραίων διακυμάνσεων των τιμών ορυκτών καυσίμων να περιορίζεται προσωρινά η μεταφορά τους στη χονδρική αγορά ηλεκτρισμού, προστατεύοντας καταναλωτές και επιχειρήσεις χωρίς να αναιρείται η λειτουργία της αγοράς. Κάθε προσωρινό μέτρο στήριξης θα πρέπει, επίσης, να συνδέεται με ρήτρα επένδυσης και σαφή ημερομηνία λήξης, ώστε να λειτουργεί ως γέφυρα μετάβασης και όχι ως μόνιμη παρέκκλιση. Τέλος, υπάρχει και περιφερειακή διάσταση. Η Ανατολική Μεσόγειος μπορεί να λειτουργήσει ως ενεργειακός διάδρομος προς την Ευρώπη και να ενισχύσει την ασφάλεια εφοδιασμού. Οι ανησυχίες της των αρχηγών κρατών μελών της ΕΕ για τα Στενά του Ορμούζ και την Ερυθρά Θάλασσα, καθώς και για το ενδεχόμενο παρατεταμένων διαταραχών στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού ενέργειας, καθιστούν αυτή την ανάγκη ακόμη πιο επιτακτική.

Η ΕΕ δεν θα λύσει το ενεργειακό κόστος με διαδοχικές έκτακτες παρεμβάσεις. Χρειάζονται δίκτυα, αποθήκευση, διασυνδέσεις και μια σταθερή αγορά εκπομπών θερμοκηπιακών αερίων (αγορά άνθρακα). Εάν η διάγνωση της Συνόδου Κορυφής δεν μετατραπεί σε δεσμευτικούς στόχους, συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και επαρκή χρηματοδότηση, η Ευρώπη θα επιστρέφει κάθε χειμώνα στα ίδια έκτακτα μέτρα.