Μπορεί η Κύπρος να προσφέρει στους νέους της ένα μέλλον με πραγματική προοπτική;

Στο πλαίσιο συνεδρίασης της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (EMPL) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στις 12 Οκτωβρίου 2026, έθεσα ενώπιον της Εκτελεστικής Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Roxana Mînzatu, το ζήτημα των ποιοτικών θέσεων εργασίας και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι νέοι εργαζόμενοι, ιδιαίτερα σε μικρές και νησιωτικές χώρες όπως η Κύπρος.

Η παρέμβασή μου ανέδειξε μια ουσιαστική αντίφαση της σημερινής ευρωπαϊκής πραγματικότητας: η απόκτηση υψηλών προσόντων και η καθημερινή εργασία δεν εγγυώνται πλέον, για πολλούς νέους, τη δυνατότητα να αποκτήσουν κατοικία, να δημιουργήσουν οικογένεια και να οικοδομήσουν ένα σταθερό μέλλον. Η κινητικότητα του ειδικευμένου εργατικού δυναμικού στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Skilled Labour Mobility in the EU) αποτελεί σημαντικό εργαλείο για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, την κάλυψη αναγκών σε δεξιότητες και την καλύτερη αντιστοίχιση εργαζομένων με διαθέσιμες θέσεις εργασίας.

Σε μια Ευρώπη που μετασχηματίζεται λόγω της τεχνητής νοημοσύνης, των τεχνολογικών εξελίξεων και των γεωπολιτικών αλλαγών, η δυνατότητα των εργαζομένων να αξιοποιούν τα προσόντα τους πέρα από τα εθνικά σύνορα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Για να λειτουργήσει, όμως, αυτή η κινητικότητα, δεν αρκεί να υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις εργασίας. Χρειάζονται ταχύτερες και πιο προβλέψιμες διαδικασίες αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων, ουσιαστική σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς και συνθήκες που επιτρέπουν στους εργαζομένους να αξιοποιούν πραγματικά τις δυνατότητές τους. Η κινητικότητα πρέπει να δημιουργεί ευκαιρίες και όχι να αποτελεί αναγκαστική επιλογή για όσους αδυνατούν να εξασφαλίσουν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης στη χώρα τους.

Στην παρέμβασή μου προς την Εκτελεστική Αντιπρόεδρο έθεσα ένα απλό, αλλά κρίσιμο ερώτημα: πώς μπορούμε να μιλάμε για ποιοτικές θέσεις εργασίας, όταν ένας νέος άνθρωπος, ακόμη και με μεταπτυχιακό τίτλο, εργάζεται καθημερινά αλλά δεν μπορεί να αγοράσει κατοικία; Και πώς μπορούν δύο νέοι εργαζόμενοι να σχεδιάσουν τη δημιουργία οικογένειας, όταν οι μισθοί είναι χαμηλοί και το κόστος ζωής εξαιρετικά υψηλό;

Η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Χρειαζόμαστε αξιοπρεπείς μισθούς, πραγματικές δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης και θέσεις που ανταποκρίνονται στις γνώσεις και στις δεξιότητες των εργαζομένων. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να διαμορφώσουμε μια αγορά εργασίας στην οποία οι νέοι διαθέτουν προσόντα, αλλά δεν μπορούν να μετατρέψουν τις γνώσεις και την εργασία τους σε καλύτερες συνθήκες ζωής.

Απαντώντας, η Roxana Mînzatu αναγνώρισε ότι η προοπτική μιας ποιοτικής θέσης εργασίας απομακρύνεται για ολοένα περισσότερους ανθρώπους στην Ευρώπη. Τόνισε ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην Κύπρο ή στις μικρότερες και νησιωτικές χώρες, αλλά αφορά επίσης μεγάλες πόλεις και αγροτικές περιοχές, καθώς οι οικονομικές πιέσεις, η ενεργειακή κρίση και οι μεταβολές σε βασικούς κλάδους επηρεάζουν την απασχόληση.

Για την Κύπρο, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην πολιτική συνοχής της ΕΕ και στις επενδύσεις που στηρίζουν τη δημιουργία θέσεων εργασίας, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τις τεχνολογικές δυνατότητες της οικονομίας. Αναφέρθηκε επίσης στη σημασία του επόμενου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2028–2034, ώστε να συνεχιστεί η στήριξη χωρών και περιφερειών που χρειάζονται πόρους για την ανάπτυξη και την προσαρμογή των οικονομιών τους.

Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη επενδύσεων στην ανάπτυξη δεξιοτήτων και στήριξης των εργοδοτών, ώστε οι εργαζόμενοι των οποίων οι θέσεις κινδυνεύουν να μεταβούν απευθείας σε νέες θέσεις εργασίας, χωρίς να προηγηθεί περίοδος ανεργίας. Η μετάβαση αυτή, όπως σημείωσε, απαιτεί συνεργασία μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών απασχόλησης και όλων των αρμόδιων φορέων.

Η συζήτηση αναδεικνύει μια ευρύτερη ευρωπαϊκή πρόκληση: η κινητικότητα του ειδικευμένου εργατικού δυναμικού πρέπει να συνοδεύεται από πολιτικές που ενισχύουν την ποιότητα της εργασίας και τη δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η αναγνώριση προσόντων, η επένδυση στις δεξιότητες και η χρηματοδοτική στήριξη είναι σημαντικά εργαλεία, αλλά η επιτυχία τους πρέπει να κρίνεται από το κατά πόσο βελτιώνουν τη ζωή των εργαζομένων.

Για την Κύπρο, το ζητούμενο είναι μια οικονομία που να μπορεί να κρατά και να αξιοποιεί το ειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό της, προσφέροντας στους νέους λόγους να παραμένουν, να δημιουργούν και να σχεδιάζουν το μέλλον τους εδώ. Η ευρωπαϊκή αγορά εργασίας δεν πρέπει να μετρά την επιτυχία της μόνο με τον αριθμό των θέσεων που δημιουργεί, αλλά και με τις προοπτικές που προσφέρει στους ανθρώπους. Γιατί η ουσιαστική κινητικότητα δεν αφορά μόνο τη δυνατότητα να εργάζεται κανείς οπουδήποτε στην Ευρώπη. Αφορά και τη δυνατότητα, όπου κι αν εργάζεται, να ζει με αξιοπρέπεια και να έχει ένα πραγματικό μέλλον.

Γεάδης Γεάδη

Ευρωβουλευτής Εθνικού Λαϊκού Μετώπου (Ε.ΛΑ.Μ.)

Μέλος Προεδρείου και Επικεφαλής Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών (ECR)

Επικεφαλής Αντιπροσωπείας της Κύπρου στο ECR