Στην πολιτική υπάρχουν δύο τρόποι να κρίνεται μια κυβέρνηση. Ο πρώτος είναι από όσα λέει. Ο δεύτερος -και ο μόνος που έχει πραγματική αξία– είναι από όσα πράττει. Στην περίπτωση της διακυβέρνησης Νίκου Χριστοδουλίδη, η απόσταση ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις είναι ίσως η μεγαλύτερη πολιτική της αποτυχία.
Το 2023 ο Νίκος Χριστοδουλίδης δεν ζήτησε απλώς την ψήφο των πολιτών. Ζήτησε την εμπιστοσύνη τους, υποσχόμενος μια «νέα εποχή». Μίλησε για αξιοκρατία, για διαφάνεια αντί διαπλοκής, για κοινωνική ευαισθησία αντί αδιαφορίας, για αποτελεσματικό κράτος αντί γραφειοκρατίας, για μια οικονομία που θα υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι τους αριθμούς. Υποσχέθηκε ένα κράτος που θα βρίσκεται δίπλα στον πολίτη και όχι απέναντι του.
Τρία χρόνια μετά, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Η εικόνα που βιώνει η κοινωνία δεν είναι αυτή που υποσχέθηκε ο Πρόεδρος. Είναι η εικόνα μιας κυβέρνησης που επένδυσε περισσότερο στην επικοινωνία παρά στην ουσία. Που μετρά δελτία τύπου αντί αποτελεσμάτων. Που παράγει ειδήσεις, αλλά όχι λύσεις.
Το μεγαλύτερο παράδειγμα είναι η καθημερινότητα των πολιτών. Η κυβέρνηση δεσμεύτηκε ότι θα αντιμετωπίσει αποφασιστικά την ακρίβεια και θα ενισχύσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Αντί γι’ αυτό, η Κύπρος εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες με ιδιαίτερα υψηλό κόστος ζωής. Το καλάθι των νοικοκυριών παραμένει ακριβό, εξακολουθεί να εξαντλεί τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και χιλιάδες οικογένειες συνεχίζουν να μετρούν τα ευρώ μέχρι το τέλος του μήνα.
Το ίδιο ακριβώς μοτίβο εξαπάτησης επαναλήφθηκε και στην ενεργειακή πολιτική. Προεκλογικά, ο Νίκος Χριστοδουλίδης υποσχόταν φθηνότερο ηλεκτρισμό, πράσινη μετάβαση και φωτοβολταϊκά σε κάθε σπίτι. Στην πράξη, όμως, τίποτα από αυτά δεν έγινε. Η Κύπρος εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες με το ακριβότερο ηλεκτρικό ρεύμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ χιλιάδες οικογένειες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνεχίζουν να γονατίζουν κάτω από το βάρος των λογαριασμών. Οι πολίτες δεν είδαν τη μείωση που τους υποσχέθηκαν· είδαν μόνο νέες εξαγγελίες, νέες παρουσιάσεις και νέες δικαιολογίες. Έκανε την ενεργειακή πολιτική εργαλείο δημοσίων σχέσεων και όχι μέσο ανακούφισης της κοινωνίας. Για ακόμη μία φορά, οι υποσχέσεις έμειναν στα λόγια και οι λογαριασμοί έμειναν στα ύψη.
Το στεγαστικό αποτελεί ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση. Η κυβέρνηση διαβεβαίωνε ότι κανένας νέος άνθρωπος δεν θα στερείται το δικαίωμα στη στέγη. Σήμερα, όμως, μια ολόκληρη γενιά βλέπει το όνειρο της πρώτης κατοικίας να απομακρύνεται. Τα ενοίκια εκτινάσσονται, οι τιμές αγοράς κατοικίας αυξάνονται και οι κυβερνητικές παρεμβάσεις αποδεικνύονται πολύ μικρές μπροστά στο μέγεθος του προβλήματος.
Η πιο ηχηρή, όμως, διάψευση αφορά το πεδίο της διαφάνειας και της χρηστής διακυβέρνησης. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης εξελέγη υποσχόμενος μηδενική ανοχή στη διαφθορά, αξιοκρατία και οριστικό τέλος στις πρακτικές του παρελθόντος που τόσο έντονα κατήγγελλε. Στην πράξη, όμως, η κυβέρνηση όχι μόνο δεν συγκρούστηκε με το παλιό πολιτικό σύστημα, αλλά σε πολλές περιπτώσεις το αναπαρήγαγε. Αμφιλεγόμενοι διορισμοί, πελατειακές λογικές, πολιτικές εξυπηρετήσεις και αποφάσεις που γεννούν εύλογα ερωτήματα για τα πραγματικά τους κίνητρα έχουν πλήξει σοβαρά την αξιοπιστία της. Η πολυδιαφημισμένη «νέα κουλτούρα διακυβέρνησης» αποδείχθηκε τελικά ένα επικοινωνιακό σύνθημα χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Εκεί όπου οι πολίτες περίμεναν ρήξη με τις παθογένειες, είδαν τη συνέχιση τους με διαφορετικό περιτύλιγμα.
Το πιο σοβαρό, όμως, πρόβλημα αυτής της κυβέρνησης είναι βαθύτερο από τις επιμέρους αποτυχίες. Είναι η αντίληψη ότι η εικόνα μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική. Ότι η επικοινωνία μπορεί να αντικαταστήσει το έργο. Ότι η συνεχής παραγωγή εξαγγελιών αρκεί για να καλύψει την απουσία αποτελεσμάτων.
Όμως οι πολίτες δεν ψηφίζουν παρουσιάσεις και δεν ζουν από συνεντεύξεις. Δεν πληρώνουν τους λογαριασμούς τους με συνθήματα αλλά κρίνουν από την καθημερινότητά τους, από το εισόδημά τους, από την ασφάλεια που νιώθουν για το μέλλον των παιδιών τους.
Και εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη αποτυχία της διακυβέρνησης Χριστοδουλίδη. Δεν απέτυχε επειδή δεν υλοποίησε όλες τις δεσμεύσεις της. Καμία κυβέρνηση δεν το πετυχαίνει αυτό. Απέτυχε γιατί δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες για μια διαφορετική πορεία και τελικά ακολούθησε τις ίδιες συνταγές, τις ίδιες πρακτικές και την ίδια πολιτική λογική που υποσχόταν ότι θα αφήσει πίσω.
Στην πολιτική, η αξιοπιστία είναι το πολυτιμότερο κεφάλαιο μιας κυβέρνησης. Και όταν οι υποσχέσεις διαψεύδονται από την ίδια την πραγματικότητα, δεν διαψεύδονται μόνο οι προεκλογικές εξαγγελίες. Διαψεύδονται οι ελπίδες μιας ολόκληρης κοινωνίας.
Χάρης Καράμανος
Μέλος Πολιτικού Γραφείου ΑΚΕΛ
