7ο ετήσιο μνημόσυνο του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας, Δημήτρη Χριστόφια

Τελέστηκε σήμερα στον Ιερό Ναό Της Του Θεού Σοφίας στον Στρόβολο, το 7ο ετήσιο μνημόσυνο του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας, Προέδρου της Βουλής και Γενικού Γραμματέα της ΚΕ του ΑΚΕΛ, Δημήτρη Χριστόφια.

Τον επιμνημόσυνο λόγο εκφώνησε ο πρώην Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων κ. Ευθύμιος Φλουρέντζος.

Αυτούσια η ομιλία Ευθύμιου Φλουρέντζου

Τελούμε και φέτος το ετήσιο μνημόσυνο του Δημήτρη Χριστόφια. Δεν το κάνουμε από συνήθεια, ούτε για να βάλουμε ακόμα μια ημερομηνία στο ημερολόγιο των εκδηλώσεων μας. Το κάνουμε γιατί υπάρχουν άνθρωποι που, όταν φεύγουν, αφήνουν πίσω τους την σφραγίδα τους αλλά και παρακαταθήκη ευθύνης. Και ο Δημήτρης Χριστόφιας κληροδότησε ευθύνη σε όσους τον γνωρίσαμε, σε όσους συνεργαστήκαμε μαζί του, αλλά και σε όσους πιστεύουν ακόμη ότι η πολιτική μπορεί να υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι τον εαυτό της.

Το σημερινό μνημόσυνο τελείται πάλι μακριά από το Δίκωμο το χωριό του Δημήτρη Χρστόφια που μαρτυρά και αυτό λόγω της συνεχιζόμενης κατοχής. Μιλούμε για μνήμη, έχοντας μπροστά μας την ανοιχτή πληγή της κατοχής. Ο Δημήτρης γεννήθηκε στο Δίκωμο στις 29 Αυγούστου 1946. Εκεί μεγάλωσε, εκεί πήρε τα πρώτα του μαθήματα ζωής, εκεί γνώρισε τον μόχθο της λαϊκής οικογένειας, την αξία της κοινότητας, την ανάγκη του να στέκεται ο ένας δίπλα στον άλλο.

Δεν ήταν τυχαίο που, από πολύ νωρίς, βρέθηκε μέσα στις Λαϊκές Οργανώσεις, στην ΕΔΟΝ, και από το 1964 στο ΑΚΕΛ. Η δράση του δεν πέρασε απαρατήρητη. Ο Εζεκίας Παπαϊωάννου είχε δει στο νεαρό εκείνο παιδί από το Δίκωμο όχι απλώς έναν δραστήριο νέο, αλλά έναν άνθρωπο με πολιτική σκέψη, πείσμα και αίσθηση καθήκοντος. Και πράγματι, αυτή η πρώτη αναγνώριση σημάδεψε τη διαδρομή του.

Ο Δημήτρης δεν ήταν άνθρωπος που μπήκε στην πολιτική από την πόρτα των προνομίων. Μπήκε από τον δρόμο της οργανωμένης πάλης. Φοίτησε, σπούδασε στη Μόσχα, επέστρεψε στην Κύπρο λίγο πριν από το προδοτικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, και επέλεξε να μείνει μέσα στον αγώνα. Θα μπορούσε να ζητήσει μια πιο ήσυχη ζωή. Δεν την ζήτησε. Προσλήφθηκε ως έμμισθο στέλεχος της ΕΔΟΝ, παντρεύτηκε την Ελισάβετ Χηράτου, δημιούργησε οικογένεια, και ταυτόχρονα έμεινε ολοκληρωτικά δοσμένος σε αυτό που πίστευε.

Το λέω αυτό γιατί συχνά, όταν μιλούμε για πρώην Προέδρους, χανόμαστε στα αξιώματα. Βουλευτής Κερύνειας, Πρόεδρος της Βουλής, Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ. Όλα αυτά είναι σημαντικά. Όμως τον Δημήτρη δεν τον καθόριζαν τα αξιώματα, αλλά ο τρόπος που ο ίδιος τα υπηρέτησε. Απλός, προσιτός, μερικές φορές έντονος όταν ένιωθε αδικία, αλλά πάντοτε ανθρώπινος. Δεν φορούσε προσωπείο εξουσίας. Αυτό ήταν ίσως και το πιο ενοχλητικό για όσους ήθελαν την πολιτική προορισμένη για λίγους ή προνομιούχους, χωρίς συναίσθημα, χωρίς ταξική αναφορά, χωρίς λαϊκή ρίζα.

Το 1988, μετά τον θάνατο του Εζεκία Παπαϊωάννου, ανέλαβε Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ. Ήταν περίοδος δύσκολη, με μεγάλες ανατροπές διεθνώς. Πολλοί τότε πανηγύριζαν ότι τελείωσε η Αριστερά, ότι τελείωσαν οι ιδέες της κοινωνικής δικαιοσύνης, ότι ο κόσμος θα πορευόταν πλέον με μοναδικό Θεό τις δυνάμεις της αγοράς. Ο Δημήτρης δεν λύγισε. Δεν έκρυψε την ιδεολογία του. Δεν ντράπηκε να πει ότι είναι αριστερός. Προσπάθησε, μέσα στις νέες συνθήκες, να κρατήσει ζωντανό ένα κόμμα λαϊκό, πατριωτικό, διεθνιστικό, με ρίζες στην κοινωνία και όχι στα σαλόνια.

Ως Πρόεδρος της Βουλής, από το 2001 μέχρι το 2008, υπηρέτησε έναν θεσμό που απαιτεί μέτρο. Και είχε μέτρο, αλλά κρατώντας πάντα καθαρό τον πολιτικό του λόγο. Πίστευε στον πολιτικό πολιτισμό, όχι ως εύηχο σύνθημα για επετείους, αλλά ως τρόπο ζωής. Να διαφωνείς, ναι. Να αντιπαρατίθεσαι, ναι. Να μη μετατρέπεις όμως τον αντίπαλο σε εχθρό. Αυτό σήμερα ακούγεται ίσως απλό, αλλά δεν είναι καθόλου απλό.

Το 2008 ο λαός τον ανέδειξε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ήταν ιστορική στιγμή. Για πρώτη φορά άνθρωπος της Αριστεράς αναλάμβανε το ύπατο αξίωμα του κράτους. Κάποιοι τον αντιμετώπισαν με φοβίες και προκαταλήψεις πριν ακόμη προλάβει να κυβερνήσει. Ο Δημήτρης, όμως, ήξερε ποια ήταν η πρώτη του ευθύνη: το Κυπριακό. Δεν ανέβηκε στην Προεδρία για να διαχειριστεί απλώς την καθημερινότητα. Πήγε με όραμα ζωής την επανένωση και απελευθέρωση της πατρίδας.

Από τις πρώτες μέρες της διακυβέρνησής του, έθεσε ως ύψιστη προτεραιότητα την προσπάθεια επανέναρξης των συνομιλιών. Με τον Μεχμέτ Αλί Ταλάτ δημιουργήθηκε μια περίοδος που, παρά τις δυσκολίες, παρήγαγε συγκλίσεις. Τον Μάρτιο του 2008 άνοιξε ξανά η διαδικασία και τον Μάιο της ίδιας χρονιάς επαναβεβαιώθηκε η βάση της δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα, όπως αυτή καθορίζεται από τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών. Αυτά δεν ήταν λόγια δίχως περιεχόμενο. Ήταν πολιτική κατεύθυνση.

Ο Δημήτρης γνώριζε κάτι που πολλοί προσποιούνται πως ξεχνούν: ότι λύση χωρίς τους Τουρκοκύπριους δεν υπάρχει. Ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα επανενωθεί με ευχές, ούτε με συνθήματα, ούτε με πατριωτικές κορώνες από μικρόφωνα. Χρειάζεται πολιτική βούληση, διαπραγμάτευση, συνέπεια, αξιοπιστία και γέφυρες επικοινωνίας.

Γι’ αυτό έδινε σημασία στις επαφές στο Λήδρα Πάλας, στις συνομιλίες με τα τουρκοκυπριακά κόμματα, στην καλλιέργεια κουλτούρας συνεννόησης. Το λέω από προσωπική γνώση: μπορούσες να διαφωνήσεις μαζί του, ακόμη και έντονα, αλλά η συζήτηση γινόταν με πολιτικά επιχειρήματα και με έγνοια για τον τόπο.

Βεβαίως υπήρξαν διαφωνίες. Υπήρξαν και το 2004 και μετά. Δεν χρειάζεται να τα σβήνουμε αυτά. Ούτε ο ίδιος θα ήθελε αγιογραφίες. Εκείνο όμως που είχε αξία ήταν η εντιμότητα της στάσης του. Δεν άλλαζε θέση ανάλογα με το ακροατήριο. Δεν έλεγε άλλα πριν τις εκλογές και άλλα μετά. Δεν φοβήθηκε να μιλήσει για διασταυρούμενη και σταθμισμένη ψήφο, γιατί καταλάβαινε ότι σε ένα μελλοντικό ομοσπονδιακό κράτος οι δύο κοινότητες θα έπρεπε να μάθουν να συνεργάζονται και θεσμικά και πολιτικά.

Οι συγκλίσεις Χριστόφια – Ταλάτ δεν έφεραν τη λύση. Αυτό είναι αλήθεια. Όμως άφησαν υπόβαθρο. Άφησαν υλικό. Άφησαν μια απόδειξη ότι όταν η πολιτική βούληση υπάρχει, οι συνομιλίες δεν είναι θέατρο. Μπορούν να παράγουν αποτέλεσμα. Και είναι χαρακτηριστικό ότι, χρόνια αργότερα, πολλά από όσα τότε πολεμήθηκαν, επανήλθαν ως βάση συζήτησης από άλλους που προηγουμένως τα απέρριπταν με ευκολία. Θέσεις στο Κυπριακό που είχαν γίνει δεκτές από την πλευρά μας, από άλλους προέδρους, για καθαρά λόγους πολιτικής εκμετάλλευσης παρουσιάζοντο ως να είχαν γίνει αποδεκτές από τον Δημήτρη Χριστόφια.

Σήμερα τα πράγματα είναι πιο βαριά. Μετά το Κραν Μοντανά, μετά τη στασιμότητα, και την επίσημη προβολή της θέσης των δύο κρατών από την τουρκική πλευρά, η διχοτόμηση δεν είναι μακρινό σενάριο.

Είναι κίνδυνος που παγιώνεται καθημερινά. Κάθε χρόνος που περνά χωρίς ουσιαστική διαδικασία δεν είναι ουδέτερος χρόνος. Είναι χρόνος που δουλεύει υπέρ των τετελεσμένων.

Τα Ηνωμένα Έθνη προσπάθησαν τα τελευταία χρόνια να ξανανοίξουν δρόμο. Ο διορισμός της Μαρίας Άνχελα Ολγκίν ως προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα, οι άτυπες συναντήσεις στη Γενεύη και στη Νέα Υόρκη, οι αναφορές σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, στη νεολαία, στον πολιτισμό, στο περιβάλλον, στις τεχνικές επιτροπές, όλα αυτά έχουν τη χρησιμότητά τους. Να μην τα μηδενίζουμε. Αλλά να μην κρυβόμαστε κιόλας πίσω από αυτά. Τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης δεν είναι η λύση. Είναι βοήθημα προς τη λύση. Αν γίνουν άλλοθι για να συνηθίσουμε τη διχοτόμηση, τότε θα έχουμε χάσει την ουσία.

Αν ήταν εδώ σήμερα ο Δημήτρης, πιστεύω πως θα έλεγε καθαρά: μην εγκαταλείψετε τη βάση λύσης. Μην ανοίγετε παράθυρα σε δύο κράτη. Μην παίζετε με τη μισή πατρίδα. Η λύση πρέπει να είναι ομοσπονδιακή, με μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια, μία διεθνή προσωπικότητα, με πολιτική ισότητα όπως την ορίζουν τα Ηνωμένα Έθνη, και με τερματισμό της κατοχής και των εγγυήσεων. Δεν υπάρχει άλλος ρεαλιστικός δρόμος που να διασώζει την Κύπρο ως κοινή πατρίδα. Η ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το κοινοτικό κεκτημένο θα πρέπει πάντοτε να υποβοηθούν την διαδικασία λύσης του Κυπριακού.

Θα μας έλεγε, επίσης, να σοβαρευτούμε στο ζήτημα της αξιοπιστίας. Διότι η αξιοπιστία μιας χώρας δεν χτίζεται με ανακοινώσεις. Χτίζεται με συνέπεια.

Χτίζεται όταν δεν καταγγέλλεις σήμερα αυτό που αύριο θα χρειαστείς στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Χτίζεται όταν το κράτος δεν εμφανίζεται διεθνώς ως κράτος των διαβατηρίων, των ημετέρων, των σκανδάλων και των έργων που εκθέτουν τον τόπο. Χτίζεται όταν ο πολίτης νιώθει ότι υπάρχει δικαιοσύνη και όχι δύο μέτρα και δύο σταθμά.

Δεν είναι ευχάριστο να τα λέμε αυτά σε μνημόσυνο. Αλλά ο Δημήτρης δεν ήταν άνθρωπος των βολικών σιωπών. Και η Κύπρος σήμερα έχει ανάγκη από αλήθειες. Η ακρίβεια πιέζει τον κόσμο. Η στέγη γίνεται όνειρο δύσκολο για τη νέα γενιά. Η ανασφάλεια μεγαλώνει. Η διαφθορά πλήγωσε βαθιά την εικόνα του κράτους. Και στο Κυπριακό ο χρόνος λιγοστεύει. Αυτά δεν αντιμετωπίζονται με επικοινωνιακή τακτική. Αντιμετωπίζονται με πολιτική.

Στην οικονομία ειδικά, ο Δημήτρης δέχθηκε μια άδικη και πολλές φορές αδίστακτη πολεμική. Του φόρτωσαν την κατάρρευση της οικονομίας λες και δεν υπήρξε παγκόσμια οικονομική κρίση, λες και οι τράπεζες δεν είχαν τεράστιες ευθύνες, λες και οι διεθνείς πιέσεις και οι διαρθρωτικές αδυναμίες της κυπριακής οικονομίας ήταν προσωπικό δημιούργημα ενός ανθρώπου. Δεν ισχυρίζομαι ότι δεν έγιναν λάθη. Έγιναν. Σε ποια κυβέρνηση δεν γίνονται; Άλλο όμως το λάθος και άλλο η πολιτική δολοφονία χαρακτήρα. Άλλο η κριτική και άλλο η διαστρέβλωση. Συνέχισαν και συνεχίζουν να παπαγαλίζουν αυτό το αφήγημα παρά τις δηλώσεις ακόμη και του αρμοδίου ευρωπαίου επιτρόπου στην ευρωβουλή, την τότε περίοδο, ότι το πρόβλημα της Κύπρου ήταν τραπεζικό και όχι δημοσιονομικό.

Αυτό που δεν μπορούν να του αφαιρέσουν είναι η κοινωνική του έγνοια. Στήριξε χαμηλοσυνταξιούχους, εργαζόμενους, πρόσφυγες, ανθρώπους που δεν είχαν ισχυρή φωνή. Ενίσχυσε κοινωνικές πολιτικές, γιατί πίστευε ότι το κράτος δεν πρέπει να μετριέται μόνο με αριθμούς, αλλά και με το πώς στέκεται δίπλα στον αδύνατο.

Αυτό ήταν το μέτρο της δικής του πολιτικής. Όχι αν χειροκροτούν οι ισχυροί, αλλά αν ανακουφίζεται ο άνθρωπος της καθημερινότητας.

Θυμούμαι και κάτι ακόμη που έχει σημασία σήμερα. Το 2012, μέσα σε πολύ δύσκολες οικονομικές συνθήκες, η Κύπρος ανέλαβε για πρώτη φορά την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν ήταν μικρή υπόθεση για ένα μικρό κράτος. Και όμως η Κύπρος ανταποκρίθηκε επάξια. Σήμερα, με τη δεύτερη κυπριακή Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπροστά μας, το μήνυμα είναι ξανά επίκαιρο: η ευρωπαϊκή μας ιδιότητα δεν πρέπει να είναι βιτρίνα. Πρέπει να είναι εργαλείο για ειρήνη, κοινωνική πρόοδο, αξιοπιστία και στήριξη του δίκαιου αγώνα του λαού μας.

Ο Δημήτρης ήταν κομματικός άνθρωπος. Να το πούμε χωρίς μισόλογα. Αγαπούσε το ΑΚΕΛ, υπηρέτησε το ΑΚΕΛ, πορεύτηκε με το ΑΚΕΛ. Αλλά δεν ήταν στενόκαρδος άνθρωπος. Ήξερε να ανοίγει δρόμους συνεργασίας, να μιλά με ανθρώπους διαφορετικών πολιτικών χώρων, να επιδιώκει συναινέσεις όταν αυτές δεν ακύρωναν αρχές. Αυτό χρειάζεται και σήμερα. Δυνατό λαϊκό κίνημα, δυνατό ΑΚΕΛ, όχι για κομματική αυτάρκεια, αλλά για να υπάρχει δύναμη που στέκεται δίπλα στον εργαζόμενο, στον συνταξιούχο, στον νέο, στον πρόσφυγα, στον άνθρωπο που δεν έχει πλάτες.

Σε μια εποχή όπου η πολιτική γίνεται συχνά εικόνα, εντύπωση και σύνθημα, ο Δημήτρης μάς θυμίζει ότι η πολιτική είναι θέση και κόστος. Είναι να ξέρεις με ποιους είσαι. Εκείνος ήξερε. Ήταν με τους ανθρώπους της δουλειάς, με τους πρόσφυγες, με τους εγκλωβισμένους, με τους αγνοούμενους και τις οικογένειές τους, με τους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας που θέλουν λύση και ειρήνη, με όσους δεν βολεύονται με τη μισή πατρίδα και τη μισή αλήθεια.

Γι’ αυτό και η μνήμη του δεν είναι τυπική. Δεν τον θυμόμαστε επειδή υπήρξε Πρόεδρος. Τον θυμόμαστε γιατί, ακόμη και ως Πρόεδρος, παρέμεινε Δημήτρης. Με τα δυνατά του, με τις αδυναμίες του, με το πάθος του, με την ανθρωπιά του, με την καθαρή του ταυτότητα. Δεν επιδίωκε να είναι αρεστός σε όλους. Αγωνίστηκε, με τον τρόπο του, να υπηρετήσει αυτό που πίστευε σωστό για τον λαό και την πατρίδα του.

Το καλύτερο μνημόσυνο για τον Δημήτρη Χριστόφια δεν είναι οι μεγάλες κουβέντες. Είναι να συνεχίσουμε τον αγώνα για επανένωση. Να μην αφήσουμε το Δίκωμο, την Κερύνεια, τη Μόρφου, την Αμμόχωστο να γίνουν απλές λέξεις σε ομιλίες. Να μη συνηθίσουμε τα οδοφράγματα. Να μη δεχθούμε ότι τα παιδιά μας θα μεγαλώσουν με την κατοχή ως κανονικότητα. Να παλέψουμε για κοινωνική δικαιοσύνη, για καθαρή δημόσια ζωή, για αξιοπρέπεια του απλού ανθρώπου.

Φίλε Δημήτρη, γιατί έτσι σε νιώθαμε και έτσι σε θυμόμαστε, να ξέρεις ότι η μνήμη σου δεν μένει κλεισμένη σε φωτογραφίες, στεφάνια και επετείους. Είναι εδώ, στους ανθρώπους που δεν ξέχασαν. Στους πρόσφυγες που περιμένουν. Στους νέους που ζητούν μέλλον. Στους εργαζόμενους που διεκδικούν δικαιοσύνη.

Σε όλους όσοι επιμένουν ότι η Κύπρος μπορεί και πρέπει να γίνει ξανά κοινή πατρίδα όλων των παιδιών της.

Θα πράξουμε το καθήκον μας. Με αλήθειες, με ευθύνη, με ενότητα στον αγώνα και με πίστη ότι ο τόπος μας αξίζει καλύτερες μέρες.

Αιωνία σου η μνήμη.

Ακολούθησε τρισάγιο και κατάθεση στεφάνων στο Νέο Κοιμητήριο Έγκωμης.