Το γυναικείο σώμα ως κοινωνική κατασκευή

Γράφει: Αλεξία Σακαδάκη*

Το γυναικείο σώμα δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένα βιολογικό δεδομένο. Υπήρξε, και εξακολουθεί να είναι, ένα κοινωνικό πεδίο πάνω στο οποίο εγγράφονται οι αντιλήψεις, οι φόβοι, οι επιθυμίες και οι εξουσίες κάθε εποχής. Το τι θεωρείται «θηλυκό», «όμορφο», «ελκυστικό» ή «αποδεκτό» δεν παραμένει σταθερό στον χρόνο, αλλά μεταβάλλεται ανάλογα με τις οικονομικές, πολιτισμικές και καταναλωτικές συνθήκες. Από τις καμπύλες της πρώιμης μαζικής κουλτούρας μέχρι το εξαιρετικά αδύνατο σώμα των περιοδικών μόδας και την ψηφιακά επεξεργασμένη εικόνα των social media, η γυναίκα καλείται διαρκώς να προσαρμόζει το σώμα της σε ένα πρότυπο που δεν το ορίζει η ίδια.

Η κοινωνιολογική σημασία του σώματος βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη διαδικασία κατασκευής. Το σώμα δεν παρουσιάζεται μόνο ως φυσικό χαρακτηριστικό, αλλά ως κοινωνικό μήνυμα. Δηλώνει πειθαρχία, επιθυμία, νεανικότητα, κοινωνική θέση, αυτοέλεγχο και συμμόρφωση. Ιδιαίτερα το γυναικείο σώμα έχει ιστορικά χρησιμοποιηθεί ως χώρος πάνω στον οποίο προβάλλονται οι κυρίαρχες αντιλήψεις για τη θηλυκότητα. Η γυναίκα δεν καλείται απλώς να «είναι», αλλά να «φαίνεται» με συγκεκριμένο τρόπο, να κινείται με συγκεκριμένο τρόπο, να καταναλώνει συγκεκριμένα προϊόντα και να διορθώνει συνεχώς ό,τι η κοινωνία παρουσιάζει ως ατέλεια.

Η διαφήμιση υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς αυτής της κατασκευής. Όπως έδειξε ο Erving Goffman στη μελέτη του για τις έμφυλες αναπαραστάσεις στη διαφήμιση, οι διαφημιστικές εικόνες δεν απεικονίζουν απλώς την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά την σκηνοθετούν. Δείχνουν στο κοινό πώς «πρέπει» να είναι οι άνδρες και οι γυναίκες, ποια σώματα θεωρούνται δυνατά, ευάλωτα, επιθυμητά ή υποδεέστερα. Στις διαφημίσεις, το γυναικείο σώμα συχνά εμφανίζεται ως αισθητικό αντικείμενο, ως μέσο πώλησης, ως υπόσχεση ευτυχίας ή ως επιφάνεια πάνω στην οποία μπορεί να εγγραφεί η επιτυχία ενός προϊόντος.

Σε αυτό το πλαίσιο μπορούν να διαβαστούν και τα παραδείγματα της pop culture. Η κλασική μπουκάλα της Coca-Cola, αν και δεν σχεδιάστηκε αρχικά για να αναπαριστά γυναικείο σώμα, απέκτησε πολιτισμικά συνειρμούς θηλυκότητας λόγω της στενής μέσης και των καμπυλών της. Η Betty Boop εξέφρασε τη θηλυκότητα της εποχής του jazz και των flappers: παιχνιδιάρικη, σεξουαλικοποιημένη και θεατρική, αλλά ταυτόχρονα κατασκευασμένη μέσα από την ανδρική και εμπορική φαντασία. Η Barbie, που εμφανίστηκε το 1959, μετέφερε αυτή τη διαδικασία ακόμη πιο βαθιά, στο πεδίο της παιδικής κοινωνικοποίησης. Δεν αποτέλεσε απλώς ένα παιχνίδι, αλλά ένα πρώιμο πρότυπο ενήλικης γυναίκας: λεπτή, καλοσχηματισμένη, περιποιημένη, μοντέρνα και πάντα διαθέσιμη για μεταμόρφωση μέσω ρούχων, αξεσουάρ και ρόλων.

Από τη δεκαετία του 1960 και ιδιαίτερα προς τα τέλη του 20ού αιώνα, το κυρίαρχο πρότυπο μετακινήθηκε σταδιακά από τις καμπύλες προς το αδύνατο, νεανικό και «πειθαρχημένο» σώμα. Το λεπτό σώμα παρουσιάστηκε ως ένδειξη αυτοελέγχου, επιτυχίας και κοινωνικής ανόδου. Η Susan Bordo έχει αναλύσει αυτή τη σχέση ανάμεσα στο σώμα, την πειθαρχία και τον πολιτισμό, δείχνοντας ότι η γυναικεία σχέση με το φαγητό, τη δίαιτα, την άσκηση και την εικόνα δεν είναι ατομική εμμονή, αλλά κοινωνικό φαινόμενο. Το σώμα γίνεται έργο, που πρέπει συνεχώς να βελτιώνεται. Η γυναίκα καλείται να είναι αδύνατη αλλά όχι αδύναμη, ελκυστική αλλά όχι υπερβολικά σεξουαλική, φυσική αλλά ταυτόχρονα άψογα επιμελημένη.

Η θεωρία της αντικειμενοποίησης των Fredrickson και Roberts εξηγεί πώς οι γυναίκες, ζώντας σε μια κουλτούρα όπου το σώμα τους αξιολογείται συνεχώς, μαθαίνουν να βλέπουν τον εαυτό τους μέσα από το βλέμμα των άλλων. Αυτή η εσωτερίκευση οδηγεί σε συνεχή αυτοπαρατήρηση: πώς φαίνομαι, πώς με βλέπουν, τι πρέπει να διορθώσω. Έτσι, η κοινωνική πίεση δεν παραμένει εξωτερική. Γίνεται εσωτερική φωνή, καθημερινή πίεση για αυτοπειθαρχία και αίσθημα ανεπάρκειας.

Η επικινδυνότητα αυτής της διαδικασίας γίνεται εμφανής όταν το κυρίαρχο πρότυπο ταυτίζει την ομορφιά με την υπερβολική αδυναμία. Το λεγόμενο thin ideal δεν είναι ουδέτερη αισθητική προτίμηση, αλλά κοινωνικός κανόνας που μπορεί να συνδεθεί με δυσαρέσκεια για το σώμα, χαμηλή αυτοεκτίμηση, διατροφικές διαταραχές και ψυχική επιβάρυνση. Σήμερα, τα social media έχουν αλλάξει τον μηχανισμό αλλά όχι απαραίτητα την πίεση. Η γυναίκα δεν συγκρίνεται μόνο με μοντέλα ή διαφημίσεις, αλλά με εκατοντάδες εικόνες φαινομενικά «πραγματικών» γυναικών, influencers και ψηφιακά επεξεργασμένων σωμάτων. Ακόμη και το body positivity, παρότι αμφισβητεί το ενιαίο πρότυπο, μπορεί να εμπορευματοποιηθεί όταν η αγορά μετατρέπει την αποδοχή του σώματος σε νέα αισθητική τάση.

Το κρίσιμο κοινωνιολογικό ερώτημα δεν είναι ποιο σώμα θεωρείται κάθε φορά όμορφο. Είναι ποιος έχει τη δύναμη να ορίζει την ομορφιά, ποιος κερδίζει από την κατασκευή γυναικείων προτύπων και γιατί η θηλυκότητα εξακολουθεί να μετριέται τόσο συχνά μέσα από το σώμα. Από την μπουκάλα ενός αναψυκτικού και την Betty Boop μέχρι την Barbie, τα περιοδικά μόδας και τα social media, το γυναικείο σώμα λειτουργεί ως καθρέφτης των κοινωνικών απαιτήσεων κάθε εποχής. Η πραγματική απελευθέρωση δεν βρίσκεται στην αντικατάσταση ενός προτύπου από ένα άλλο, αλλά στην αποδόμηση της ίδιας της απαίτησης ότι οι γυναίκες πρέπει να αποδεικνύουν την αξία, τη θηλυκότητα και την κοινωνική τους αποδοχή μέσα από την εμφάνισή τους.

*Κοινωνιολόγος