Του Δρος Στέφανου Παυλίδη*
Ο καρκίνος αποτελεί μία από τις συχνότερες αιτίες νοσηρότητας και θνησιμότητας παγκοσμίως, γεγονός που καθιστά την έγκαιρη διάγνωση και την αποτελεσματική παρακολούθηση του ιδιαίτερα σημαντικές. Οι καρκινικοί δείκτες έχουν προσελκύει το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας, αλλά και ευρύτερα του κοινού. Συχνά, ωστόσο, αντιμετωπίζονται ως προληπτικό τεστ, κάτι που δεν ισχύει. Στο άρθρο αυτό θα εξηγήσουμε τι είναι οι καρκινικοί δείκτες, καθώς και πότε και πώς είναι χρήσιμοι στην κλινική πράξη.
Τι είναι οι καρκινικοί δείκτες;
Οι καρκινικοί δείκτες είναι ουσίες, συνήθως πρωτεΐνες, που παράγονται είτε από τα ίδια τα καρκινικά κύτταρα, είτε από τον οργανισμό, ως αντίδραση στην παρουσία ενός όγκου. Μετρούνται μέσω μιας απλής εξέτασης αίματος, σε κλινικό εργαστήριο. Πολλοί από αυτούς τους δείκτες μπορεί να αυξηθούν και χωρίς να υπάρχει καρκίνος: σε μια φλεγμονή, σε ηπατική νόσο, ακόμα και στην εγκυμοσύνη. Αυτό σημαίνει πως ένας αυξημένος δείκτης, από μόνος του, δεν αποτελεί απόδειξη κακοήθειας.
Ποιοι είναι οι πιο συνηθισμένοι δείκτες;
Σε ένα κλινικό εργαστήριο, οι πιο συχνά εξεταζόμενοι δείκτες είναι οι εξής:
- PSA, για την παρακολούθηση και το screening σε άντρες του καρκίνου του προστάτη
- CEA, για την παρακολούθηση θεραπείας και την ανίχνευση υποτροπής στους καρκίνους του παχέος εντέρου, του παγκρέατος και του πνεύμονα
- CA 125, για την παρακολούθηση και την εκτίμηση υποτροπής στους καρκίνους των ωοθηκών και του ενδομητρίου
- CA 19-9, για την παρακολούθηση θεραπείας στους καρκίνους παγκρέατος και των χοληφόρων
- AFP, για τη διάγνωση και παρακολούθηση των καρκίνων του ήπατος και των όρχεων
- β-hCG, για τη σταδιοποίηση, πρόγνωση και παρακολούθηση του καρκίνου των όρχεων και του χοριοκαρκινώματος και, τέλος,
- CA 15-3, για την παρακολούθηση μεταστατικού καρκίνου του μαστού.
Είναι εξαιρετικής σημασίας να σημειωθεί ότι κάθε δείκτης έχει συγκεκριμένη διαγνωστική αξία, ενώ η ερμηνεία του γίνεται πάντα σε συνδυασμό με άλλα κλινικά δεδομένα.
Πού είναι πραγματικά χρήσιμη η εξέταση καρκινικών δεικτών;
Οι καρκινικοί δείκτες είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι σε τρεις συγκεκριμένες περιπτώσεις:
- Παρακολούθηση θεραπείας: Όταν κάποιος ήδη λαμβάνει θεραπεία για καρκίνο, η πτώση ενός δείκτη (π.χ. του CEA στον καρκίνο παχέος εντέρου) σημαίνει συνήθως ότι η θεραπεία αποδίδει. Αντίστροφα, μια άνοδος μπορεί να σημαίνει ότι η θεραπεία δεν αποδίδει.
- Ανίχνευση υποτροπής: Μετά από μια επιτυχημένη θεραπεία, η σταδιακή αύξηση ενός δείκτη όπως το PSA μετά από προστατεκτομή ή το CA 125 μετά από θεραπεία καρκίνου των ωοθηκών μπορεί να υποδηλώνει υποτροπή της νόσου, πολλές φορές πριν καταστεί εμφανής στις απεικονιστικές εξετάσεις.
- Διάγνωση και σταδιοποίηση: Σε ορισμένους καρκίνους, ο δείκτης βοηθά στη διάγνωση. Για παράδειγμα, πολύ υψηλά επίπεδα AFP σε εξεταζόμενο με κίρρωση ήπατος ενισχύουν σημαντικά την υποψία ηπατοκυτταρικού καρκινώματος. Στους όγκους όρχεων, τα επίπεδα AFP και β-hCG καθορίζουν σε ποια προγνωστική κατηγορία κατατάσσεται ο ασθενής.
Γιατί δεν αποτελούν τεστ πρόληψης
Ένα «πάνελ καρκινικών δεικτών» δεν αποτελεί, σε καμία περίπτωση, γενικό προληπτικό τσεκ-απ. Μεγάλοι διεθνείς οργανισμοί, όπως το NCI, η ESMO και η ASCO, τονίζουν ότι οι κλασικοί καρκινικοί δείκτες δεν διαθέτουν την απαραίτητη ευαισθησία και ειδικότητα ώστε να χρησιμοποιούνται μεμονωμένα ως μέσο προληπτικού ελέγχου σε υγιή άτομα. Και αυτό δεν είναι απλώς θεωρητικό, αλλά έχει πρακτικές συνέπειες, όπως τα ψευδώς θετικά αποτελέσματα όταν ένας δείκτης εμφανίζεται αυξημένος λόγω φλεγμονής, καπνίσματος ή κάποιας καλοήθη κατάστασης, οδηγώντας σε αχρείαστες απεικονιστικές εξετάσεις, βιοψίες και άγχος, χωρίς να υπάρχει πρόβλημα. Παράλληλα, υπάρχουν και ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα, καθώς πολλοί καρκίνοι σε πρώιμο στάδιο δεν ανεβάζουν καθόλου τους δείκτες. Ένα «καθαρό» πάνελ μπορεί να δημιουργήσει ψευδή αίσθηση ασφάλειας και να καθυστερήσει τη σωστή διάγνωση.
Εν ολίγοις, ένα φυσιολογικό πάνελ δεικτών δεν σημαίνει ότι ένα άτομο δεν έχει αναπτύξει κακοήθεια και ένα παθολογικό δεν σημαίνει ότι πάσχει από καρκίνο.
Τι πραγματικά σε προστατεύει;
Οι εξετάσεις πρόληψης, που είναι επιστημονικά τεκμηριωμένες, παραμένουν αυτές που ξέρουμε: η μαστογραφία, η κολονοσκόπηση, το HPV test, το στοχευμένο screening PSA μετά από ενημερωμένη συζήτηση με τον γιατρό. Αυτές οι εξετάσεις έχουν αποδεδειγμένα μειώσει τη θνησιμότητα, σύμφωνα με μεγάλες επιστημονικές μελέτες.
Η τεχνολογία βέβαια εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς. Νέα πολυκαρκινικά αιματολογικά tests, που βασίζονται στο DNA όγκου και μεθυλίωση, δοκιμάζονται σε μεγάλες κλινικές μελέτες. Το μέλλον ίσως μας δώσει ένα αξιόπιστο «τεστ αίματος για καρκίνο», αλλά δεν είμαστε ακόμη σε αυτό το επίπεδο.
Εν κατακλείδι, οι καρκινικοί δείκτες είναι πολύτιμα εργαλεία στα σωστά χέρια και στο σωστό πλαίσιο. Η χρήση τους ενδείκνυται στις περιπτώσεις όπου υπάρχει γνωστός καρκίνος ή ισχυρή κλινική υποψία, και πάντα ερμηνεύονται συνδυαστικά με το ιστορικό, την κλινική εξέταση και τις απεικονιστικές εξετάσεις.
Ένα γενικό τσεκ-απ με καρκινικούς δείκτες δεν αντικαθιστά τον τακτικό προληπτικό έλεγχο. Μιλήστε με τον γιατρό σας για τις εξετάσεις screening που είναι κατάλληλες για την ηλικία, το φύλο και το ιστορικό σας. Αυτή είναι η πραγματική πρόληψη.
*Διευθυντής Κλινικών Εργαστηρίων του Ομίλου ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ στην Κύπρο

Πηγές:
StatPearls – Laboratory Evaluation of Tumor Biomarkers
Sharma S. Tumor Markers in Clinical Practice (Indian J Med Paediatr Oncol, 2009)
NCI – Tumor Marker Tests in Common Use
Duffy MJ. Clinically Meaningful Use of Blood Tumor Markers in Oncology (Biomarkers in Medicine, 2016)
Dochez V et al. CA 125 in Patients with Ovarian Cancer (J Clin Med, 2019)
ASCO Clinical Practice Guideline – Serum Tumor Markers in Testicular Cancer.
Araujo et al. Are Tumor Marker Tests Applied Appropriately? (Diagnostics, 2023)
BMS Clinic – Tumor Markers: Their Role, Advantages, and Limitations
AHRQ – Blood-Based Tests for Multiple Cancer Screening (2025)
