Ζητήματα υιοθεσίας και σχετικές νομολογιακές προσεγγίσεις

Του Αναστάση Θεοχαρίδη*

Με την τροποποίηση του άρθρου 111 του Συντάγματος, τα Οικογενειακά Δικαστήρια της Δημοκρατίας απέκτησαν αποκλειστική δικαιοδοσία για θέματα διαζυγίων και οικογενειακών σχέσεων. Τα ζητήματα υιοθεσίας εμπίπτουν στις οικογενειακές σχέσεις και όπως ρητά προβλέπει το Άρθρο 11 (2) (δ) και (ε) του Ν.26(Ι)/98, τα Οικογενειακά Δικαστήρια είναι αποκλειστικά αρμόδια να επιλαμβάνονται αυτών των ζητημάτων. Ο περί Υιοθεσίας Νόμος 19(Ι)/95, αποτελεί το κατεξοχήν νομοθετικό υπόβαθρο που ρυθμίζει τα ζητήματα υιοθεσίας.

Σύμφωνα λοιπόν με τον σχετικό Νόμο, υποβολή αίτησης υιοθεσίας δύναται να κατατεθεί είτε από τους δύο συζύγους από κοινού, είτε από το σύζυγο της μητέρας του υιοθετούμενου, είτε από το φυσικό πατέρα με τη σύζυγο του.

Σημαντικό για την όλη διαδικασία είναι το άρθρο 3 (3) (α) του Νόμου 19(Ι)/95, το οποίο προβλέπει ότι η αίτηση υιοθεσίας δύναται να υποβληθεί από πρόσωπα, εκ των οποίων το ένα τουλάχιστον, να έχει την μόνιμη διαμονή του στην Δημοκρατία. Πρόσωπο το οποίο δεν έχει την μόνιμη διαμονή του στην Δημοκρατία, δύναται να υποβάλει αίτηση για υιοθεσία, εφόσον δύο χρόνια πριν από την υποβολή της αιτήσεως, είχε τη μόνιμη διαμονή του στη Δημοκρατία. Ο υιοθετούμενος δε, θα πρέπει κατά τον χρόνο που υποβάλλεται η αίτηση υιοθεσίας, να είχε τη διαμονή του στη Δημοκρατία.

Σε κάθε περίπτωση, το σημαντικότερο κριτήριο, που θα πρέπει κάθε φορά να λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο, για να εκδώσει τελικά το διάταγμα υιοθεσίας, είναι αυτό το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 5 (1) (β) του Νόμου 19(Ι)/95. Πιο συγκεκριμένα, οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου επιβάλλουν, όπως η έκδοση του διατάγματος λειτουργεί πάντοτε και πρωτίστως προς το συμφέρον του υιοθετούμενου. Το αρμόδιο Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη του και τις επιθυμίες του εν δυνάμει υιοθετούμενου τέκνου, εφόσον βέβαια η ηλικία και η πνευματική του ικανότητα του επιτρέπουν να αντιλαμβάνεται την σοβαρότητα του σκοπού της υιοθεσίας.

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι το άρθρο 5 (1) (γ) και (ε) του Νόμου 19(Ι)/95, θέτει την απαραίτητη προϋπόθεση διαμονής του εν δυνάμει υιοθετούμενου με τον αιτητή και/ή να τελεί υπό την φροντίδα του, για τρεις τουλάχιστον συνεχόμενους μήνες, πριν από την έκδοση του διατάγματος υιοθεσίας.

Εξίσου σημαντική και η πρόνοια του άρθρου 13, η οποία προβλέπει έκθεση του Τμήματος Ευημερίας, προτού αποφανθεί το Δικαστήριο. Η έκθεση θα πρέπει να περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τους λόγους για τους οποίους ο αιτών κρίνεται ως άτομο κατάλληλο, για σκοπούς υιοθεσίας.

Στις σημαντικές πρόνοιες του Νόμου 19(Ι)/95, περιλαμβάνεται και το άρθρο 2, το οποίο ορίζει ότι «υιοθετούμενος» δύναται να είναι είτε ανήλικο πρόσωπο είτε κατ΄ εξαίρεση, πρόσωπο ηλικίας μεγαλύτερης των 18 χρόνων (εφόσον ο υιοθετούμενος είναι φυσικό τέκνο ενός εκ των υιοθετούντων).

Τέλος, σχετικά με την προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 3 (3) (α) του Νόμου, το υιοθετούμενο δηλαδή τέκνο να έχει τη διαμονή του κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης στη Δημοκρατία, αυτή δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Σύμφωνα με τη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, για σκοπούς υιοθεσίας, ο όρος «διαμονή» δεν παραπέμπει μόνο στη φυσική παρουσία του προσώπου στη Δημοκρατία, αλλά προϋποθέτει και την ύπαρξη κάποιου μονιμότερου δεσμού με τη Δημοκρατία, όπως για παράδειγμα μια οικογένεια.

*Δικηγόρος – Νομικός Σύμβουλος – Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Πηγές

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟ ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΕΝΗΛΙΚΗ VIKTORIYA LYESKOVA, Έφεση Αρ. 16/2009, 28 Ιανουαρίου 2011

Ajero J Kristoffer Castardo, (2006) 1 Α.Α.Δ. 1165
Xαραλάμπους Aντώνης και Άλλη, (2011) 1 Α.Α.Δ. 127