Υπόθεση «Σάντη»: Δεν προέκυψε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τα ισχυριζόμενα αδικήματα

Σε δημοσιογραφική διάσκεψη που παρέθεσε ο Αρχηγός Αστυνομίας, Θεμιστός Αρναούτης, ανακοινώθηκε το πόρισμα των αστυνομικών ερευνών, σύμφωνα με το οποίο δεν προέκυψε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τα ισχυριζόμενα αδικήματα. Ο κ. Αρναούτης ανακοίνωσε παράλληλα, ότι δόθηκαν οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία για διερεύνηση ενδεχόμενων ποινικών αδικημάτων εναντίον συγκεκριμένων προσώπων για δημιουργία, δημοσίευση και διάδοση των επίμαχων μηνυμάτων καθώς και για δηλώσεις που έγιναν στο διαδίκτυο.

Τα αποτελέσματα της διερεύνησης παρουσίασε ο εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας Βύρωνας Βύρωνος. Επιπρόσθετα, ο Αρχηγός Αστυνομίας και οι παρευρισκόμενοι απάντησαν σε ερωτήσεις για την υπόθεση. Στη διάσκεψη παρευρέθηκαν, εκτός από τον Αρχηγό και τον Εκπρόσωπο Τύπου, ο Υπαρχηγός Αστυνομίας, Πανίκος Σταύρου και ο Βοηθός Αρχηγός Καταπολέμησης Εγκλήματος, Μάριος Αγιώτης.

Η ανακοίνωση του πορίσματος για την υπόθεση «Σάντη»

Το περιεχόμενο 14σέλιδου εγγράφου, των μηνυμάτων, των ηχητικών αποσπασμάτων και του ευρύτερου αφηγήματος για την υπόθεση «Σάντη» ήταν ψευδές και κατασκευασμένο, είπε ο Θεμιστός Αρναούτης. Ο Αρχηγός της Αστυνομίας, ανέφερε πως «οι καταγγελίες απασχόλησαν έντονα την κυπριακή κοινωνία και προκάλεσαν σοβαρά ερωτήματα. Οι ισχυρισμοί αφορούσαν σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου, διαφθορά, παρακολουθήσεις, και παρεμβάσεις στους θεσμούς του κράτους. Αφορούσαν δημόσια πρόσωπα και αξιωματούχους. Η αποστολή της Αστυνομίας δεν είναι να ακολουθεί τον θόρυβο της κοινωνίας αλλά να προσφέρει ένα πλήρη και αξιόπιστο ανακριτικό φάκελο».

Όπως είπε, «το συμπέρασμα δεν αποτελεί προϊόν εκτίμησης ή άποψης αλλά είναι αποτέλεσμα εξαντλητικής διερεύνησης. Μετά την ολοκλήρωση της διερεύνησης, το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: Δεν προέκυψε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τα ισχυριζόμενα αδικήματα εναντίον οποιωνδήποτε προσώπων. Το αφήγημα ήταν ψευδές και κατασκευασμένο. Οι δικανικές εξετάσεις κατέδειξαν τη μη ύπαρξη των επικοινωνιών που παρουσιάζονταν ως γνήσιες. Κρίσιμοι ισχυρισμοί ελέγχθηκαν και διαψεύστηκαν μέσα από επίσημα στοιχεία, δικανικές εξετάσεις, γραφολογικές εξετάσεις, άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών, ελέγχους σε κτηματολόγιο και τηλεπικοινωνιακά δεδομένα».

Περαιτέρω, ο Αρχηγός ανακοίνωσε ότι «δόθηκαν οδηγίες στην Αστυνομία από τη Νομική Υπηρεσία για διερεύνηση ενδεχόμενων ποινικών αδικημάτων για τη δημιουργία και διάδοση των μηνυμάτων όσο και για αναρτήσεις». Απαντώντας σε ερώτηση, ο Αρχηγός είπε ότι ενημερώθηκαν για την ποινική έρευνα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και θα ανακριθούν.

Αυτούσια η ανακοίνωση του Αρχηγού της Αστυνομίας

Οι καταγγελίες του Μακάριου Δρουσιώτη απασχόλησαν έντονα την κυπριακή κοινωνία και προκάλεσαν σοβαρά ερωτήματα και έντονο δημόσιο ενδιαφέρον.

Οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν δημόσια δεν αφορούσαν απλές ή συνηθισμένες καταγγελίες. Αφορούσαν ισχυρισμούς:

για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου,
διαφθορά,
συγκάλυψη,
εκβιασμούς,
παρακολουθήσεις και
παρέμβαση σε θεσμούς του κράτους.
Ταυτόχρονα, στους ισχυρισμούς αυτούς γινόταν αναφορά σε επώνυμα πρόσωπα που κατείχαν ή κατέχουν υψηλά αξιώματα και θέσεις ευθύνης στη δικαστική, πολιτική και δημόσια ζωή του τόπου.

Είναι, συνεπώς, κατανοητό γιατί η υπόθεση αυτή προκάλεσε έντονη ανησυχία, προβληματισμό και απαίτηση για απαντήσεις. Σε μια σύγχρονη δημοκρατία, όταν διατυπώνονται τόσο σοβαροί ισχυρισμοί, οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν ότι αυτοί θα διερευνηθούν πλήρως, ανεξάρτητα, αμερόληπτα και χωρίς καμία εξαίρεση.

Παρόλα αυτά η αποστολή της Αστυνομίας δεν είναι να ακολουθεί τον θόρυβο της δημόσιας συζήτησης ούτε να διαμορφώνει συμπεράσματα με βάση εντυπώσεις. Ο ρόλος της σε κάθε καταγγελία είναι συγκεκριμένος και θεσμικά καθορισμένος: να συλλέγει μαρτυρία, να διασφαλίζει τεκμήρια, να εξετάζει κάθε ισχυρισμό με αντικειμενικότητα και να θέτει ενώπιον της Νομικής Υπηρεσίας πλήρη, αξιόπιστο και τεκμηριωμένο ανακριτικό φάκελο. Αυτό έγινε και στην παρούσα υπόθεση. Μεθοδικά, σε βάθος και με πλήρη αξιοποίηση όλων των ανακριτικών, επιστημονικών, τεχνικών και διεθνών δυνατοτήτων που είχε στη διάθεσή της η Κυπριακή Αστυνομία.

Για τον λόγο αυτό, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε δεν αποτελεί προϊόν εκτίμησης ή άποψης. Αποτελεί το αποτέλεσμα μιας εξαντλητικής διερεύνησης από μια μεγάλη ανακριτική ομάδα, η οποία βασίστηκε αποκλειστικά σε μαρτυρία, τεκμήρια, δικανικά ευρήματα, ανεξάρτητες εξετάσεις και αντικειμενικά δεδομένα.

Η διερεύνηση ήταν εκτεταμένη και πολυεπίπεδη. Περιέλαβε:

λήψη μεγάλου αριθμού καταθέσεων,
ανάλυση ηλεκτρονικών δεδομένων,
δικανικές εξετάσεις τεκμηρίων,
γραφολογικές εξετάσεις,
άνοιγμα και έλεγχο τραπεζικών λογαριασμών,
ελέγχους στο Κτηματολόγιο, στον Έφορο Εταιρειών, σε κρατικά μητρώα και σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα.
Θέλω να είμαι απολύτως σαφής.

Μετά την ολοκλήρωση της διερεύνησης και την αξιολόγηση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού από την Αστυνομία και τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο.

Δεν προέκυψε οποιαδήποτε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τα ισχυριζόμενα σοβαρά αδικήματα που προβλήθηκαν δημόσια εναντίον των προσώπων που κατονομάστηκαν ή ενεπλάκησαν στους ισχυρισμούς αυτούς.

Αντιθέτως, η διερεύνηση κατέδειξε ότι το περιεχόμενο του δεκατετρασέλιδου εγγράφου, των επίμαχων μηνυμάτων, των ηχητικών αποσπασμάτων και του ευρύτερου αφηγήματος που παρουσιάστηκε, ήταν ψευδές και κατασκευασμένο.

Η διαπίστωση αυτή δεν βασίζεται σε υποθέσεις ή εκτιμήσεις.

Βασίζεται σε μαρτυρίες που δόθηκαν ενώπιον των ανακριτών, σε τεχνικά και δικανικά ευρήματα, σε ανεξάρτητη μαρτυρία και σε αντικειμενικά στοιχεία που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας.

Συγκεκριμένα, προέκυψαν σαφείς παραδοχές για τη δημιουργία ψευδών αφηγημάτων και κατασκευασμένων μηνυμάτων. Χρησιμοποιήθηκε εφαρμογή που επέτρεπε τη δημιουργία εικονικών μηνυμάτων και επικοινωνιών, με δυνατότητα καθορισμού ονόματος αποστολέα, περιεχομένου και χρόνου αποστολής, ώστε να εμφανίζονται ως πραγματικά.

Οι δικανικές εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν στις τηλεφωνικές συσκευές που σχετίζονταν με την υπόθεση κατέδειξαν την μη ύπαρξη των επικοινωνιών που παρουσιάζονταν ως γνήσιες. Δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε δεδομένα που να στηρίζουν το περιεχόμενο των καταγγελλόμενων συνομιλιών.

Ανεξάρτητα από τα προαναφερόμενα, κρίσιμοι ισχυρισμοί που αποτέλεσαν τον πυρήνα της υπόθεσης ελέγχθηκαν εξαντλητικά και διαψεύστηκαν μέσα από επίσημα αρχεία, κρατικά μητρώα, οικονομικές έρευνες, μαρτυρίες τρίτων προσώπων και ανεξάρτητες τεχνικές εξετάσεις.

Ισχυρισμοί για πρόσωπα, γεγονότα, οικονομικές συναλλαγές, παρεμβάσεις σε θεσμούς, παρακολουθήσεις και άλλες σοβαρές καταγγελίες που προβλήθηκαν δημόσια διαπιστώθηκε ότι, ήταν ανυπόστατοι.

Μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας από Ομάδα Λειτουργών της Νομικής Υπηρεσίας, και τη διαπίστωση της μη στοιχειοθέτησης οποιουδήποτε αδικήματος εναντίον οποιωνδήποτε προσώπων στα οποία καταλογίζονται επιλήψιμες συμπεριφορές και τη διαπίστωση ότι, η διερεύνηση της υπόθεσης κατέδειξε πέραν του ζητήματος της μη γνησιότητας των μηνυμάτων και το ψευδές και ανυπόστατο του περιεχομένου αυτών, δόθηκαν οδηγίες στην Αστυνομία, για διερεύνηση τυχόν διάπραξης συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων που αφορούν στη δημιουργία, στη δημοσίευση και εν γένει στη διάδοση των επίμαχων μηνυμάτων, όπως επίσης και σε δηλώσεις και αναρτήσεις που έγιναν στο διαδίκτυο.

Κυρίες και κύριοι,

Η Αστυνομία δεν διερεύνησε αυτή την υπόθεση για να δικαιώσει ή να διαψεύσει δημόσιες αφηγήσεις. Τη διερεύνησε για να διαπιστώσει τα πραγματικά γεγονότα.

Και τα πραγματικά γεγονότα, όπως προέκυψαν μέσα από την έρευνα, είναι σαφή.

Οι ισχυρισμοί που εξετάστηκαν καταρρίπτονται από το σύνολο της μαρτυρίας, και δεν στοιχειοθετούν ποινικά αδικήματα εναντίον των προσώπων που κατονομάστηκαν.

Η Αστυνομία Κύπρου διερεύνησε την υπόθεση με τη σοβαρότητα που απαιτούσε η φύση των καταγγελιών και η σημασία τους για το νόμο και την κοινωνία, ειδικά όταν οι ισχυρισμοί κλονίζουν την εμπιστοσύνη του κοινού προς τους θεσμούς.

Αυτό αποτελεί και την ουσία της αποστολής μας: να διασφαλίζουμε ότι κάθε ισχυρισμός διερευνάται πλήρως, ότι κάθε συμπέρασμα στηρίζεται σε αποδείξεις και ότι οι θεσμοί λειτουργούν με ανεξαρτησία, υπευθυνότητα και σεβασμό προς τους πολίτες.

Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν οικοδομείται με δηλώσεις. Οικοδομείται όταν οι θεσμοί ανταποκρίνονται στο καθήκον τους, ακόμη και στις πιο δύσκολες και ευαίσθητες υποθέσεις.

Αυτή είναι η ευθύνη που αναλαμβάνουμε. Και αυτή είναι η δέσμευση που συνεχίζουμε να υπηρετούμε καθημερινά απέναντι στην κοινωνία και το κράτος δικαίου.

Καταρρίπτονται ένας προς ένας οι ισχυρισμοί

Με τη σειρά του ο Εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας, Βύρωνας Βύρωνος, παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα της διερεύνησης ανέφερε ότι η «Σάντη» παραδέχτηκε πως τα μηνύματα ήταν προϊόν της φαντασίας της και έδειξε στους ανακριτές πώς τα κατασκεύασε. Συγκεκριμένα, τα επίμαχα μηνύματα φέρεται να είχαν δημιουργηθεί μέσω της εφαρμογής Call Assistant.

Σε σχέση με τη φερόμενη σεξουαλική της κακοποίηση από δικαστή και τη γέννηση παιδιού με το όνομα «Ελπίδα» που πέθανε από λευχαιμία, ο κ. Βύρωνος σημείωσε ότι από τη διερεύνηση δεν επιβεβαιώθηκαν τα συγκεκριμένα στοιχεία. Επιπρόσθετα, από τα στοιχεία που συλλέχθηκαν προέκυψε ότι η «Σάντη» ουδέποτε ταξίδεψε στη Νίκαια σε ηλικία 15 ετών, όπως ανέφεραν οι καταγγελίες, ενώ καταρρίπτεται και ο ισχυρισμός για μετάβασή της στη Γερμανία μέσω του δημοσιογράφου Στέλιου Ορφανίδη και φιλοξενία της σε καταφύγιο γυναικών. Παράλληλα, την περίοδο που φερόταν να βρίσκεται στο εξωτερικό, η«Σάντη» εργαζόταν σε συγκεκριμένη εταιρεία στην Κύπρο.

Καταρρίφθηκαν επίσης οι ισχυρισμοί για έμβασμα ποσού 850,000 ευρώ σε δόσεις από την Αδελφότητα των «Ροδοσταύρων» για εξαγορά της σιωπής της Σάντης, για εργοδότηση στο Ταχυδρομείο με τη συνδρομή του Ανδρέα Γρηγορίου, όπως και για εργοδότηση στο Προεδρικό και στη Νομική Υπηρεσία.

Τα κατασκευασμένα μηνύματα με κολάζ από διαφορετικά στιγμιότυπα οθόνης:

Κατά τη διάσκεψη, παρουσιάστηκαν επίσης στιγμιότυπα οθόνης που είχαν δημοσιοποιηθεί, με τον εκπρόσωπο της Αστυνομίας να εξηγεί ενώ «εμφανίζεται περιβάλλον συσκευής Android, το πληκτρολόγιο που παρουσιάζεται είναι τύπου iOS (Apple)»

Ερωτήσεις τους δημοσιογράφους

Σε ερώτηση γιατί υπήρξε καθυστέρηση και δεν έγιναν συλλήψεις από τη στιγμή που υπήρξε παραδοχή για ψευδείς ισχυρισμούς, ο Αρχηγός είπε πως «δεν είχαμε οποιοδήποτε σκοπό να βιαστούμε ή να μην βιαστούμε. Η διερεύνηση απαιτεί χρόνο και η παραδοχή από μόνη της δεν αποτελεί το τελικό αποτέλεσμα μιας έρευνας. Πολλές φορές ισχυρισμοί ή παραδοχές δεν στοιχειοθετούνται τελικά ενώπιον δικαστηρίου». Την ίδια ώρα διαβεβαίωσε πως δεν επηρεάστηκε το έργο από την προεκλογική εκστρατεία και εξέφρασε άγνοια αν είναι σύμπτωση ότι οι ισχυρισμοί έγιναν εν μέσω προεκλογικής.

Σε σχέση με το κατά πόσο υπήρξε υποκίνηση από τρίτα πρόσωπα, ο κ. Αρναούτης είπε ότι αυτό αποτελεί αντικείμενο της νέας διερεύνησης. Υπενθύμισε ότι δόθηκαν οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία για διερεύνηση συγκεκριμένων αδικημάτων που αφορούν τη δημιουργία, δημοσίευση και διάδοση των μηνυμάτων, καθώς και δηλώσεις που έγιναν στο διαδίκτυο. Ερωτηθείς, αν η νέα διερεύνηση αφορά και τον δικηγόρο Νίκο Κληρίδη, ο Αρχηγός είπε ότι «τα άτομα που πρέπει να ξέρουν, ξέρουν». Για το ένταλμα έρευνας στο σπίτι του κ. Κληρίδη, ο Αρχηγός είπε ότι «δεν ήταν λανθασμένη κίνηση. Όταν αποτινόμαστε στο δικαστήριο για εντάλματα, πηγαίνουμε εκεί με στοιχεία τεκμηριωμένα».

Σε ερώτηση γιατί δεν έγινε αναφορά στη Focus και κατά πόσο τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση συνδέονται με τα μηνύματα που εξετάστηκαν, ο Αρχηγός Αστυνομίας απάντησε ότι «εξετάστηκαν όλες οι πτυχές της υπόθεσης».

Για το πώς έβρισκε τα κινητά αξιωματούχων η «Σάντη», ο Βοηθός Αρχηγός Αστυνομίας Νίκος Αγιώτης είπε πως αυτά ήταν δημόσια στο διαδίκτυο.

Ο Αρχηγός Αστυνομίας απαντώντας σε ερώτηση αποσύνδεσε το πόρισμα για το βιβλίο Κράτος Μαφία από τη συγκεκριμένη υπόθεση και πως η κατάληξη τώρα προέκυψε μετά από οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα. Επίσης, ξεκαθάρισε ότι δεν δέχθηκε πολιτικές πιέσεις ώστε το πόρισμα να ανακοινωθεί τώρα. Πάντως, σε άλλο σημείο, είπε ότι για την υπόθεση «Σάντη» ανακρίθηκε και ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης.

Σε σχέση με το οικονομικό κόστος της διερεύνησης ο Αρχηγός είπε ότι αυτό δεν έχει καταγραφεί καθώς «δεν ήταν στις προτεραιότητές μας».

Ερωτηθείς εάν η αδελφότητα των Ροδόσταυρων είναι υπαρκτή, ο Αρχηγός είπε πως το «αν πήραμε κατάθεση από συγκεκριμένα άτομα υπάρχουν στον φάκελο της υπόθεσης», ενώ παρέπεμψε στην προηγούμενη τοποθέτηση του κ. Βύρωνος ο οποίος είχε πει πως λήφθηκαν καταθέσεις από μέλη της αδελφότητας, ενώ καταρρίφθηκε ο ισχυρισμός περί γυναικών μελών.

Αναφορικά με τις σχέσεις του με τον υπουργό Δικαιοσύνης, ο κ. Αρναούτης τοποθετήθηκε λέγοντας ότι υπάρχει παραγωγική συνεννόηση μεταξύ τους, υπάρχουν διακριτοί ρόλοι, εξηγώντας πως η πολιτική ηγεσία δίνει την κατεύθυνση και η Αστυνομία έχει την ευθύνη εκτέλεσης των οδηγιών.

Για το κατά πόσο θα αποσύρει την επέκταση του ωραρίου στην Αστυνομία ο κ. Αρναούτης ανέφερε ότι υπάρχει διαδικασία στο Διοικητικό Δικαστήριο, να περιμένουμε την ολοκλήρωση και η όποια απόφαση θα γίνει σεβαστή.

Στα χέρια της Αστυνομίας τα αποτελέσματα FBI και Europol

Σημειώνεται ότι για τη διερεύνηση της υπόθεσης, η Αστυνομία είχε ζητήσει συνδρομή από την Europol και το FBI. Η Europol έχει διαβιβάσει τη θέση της αναφορικά με τα τεκμήρια που της έχουν διαβιβάσει οι κυπριακές Αρχές και αφορούν τα δεκάδες sms αλλά και usb, ενώ στα χέρια των ανακριτών βρίσκεται εδώ και ημέρες και η έκθεση του FBI, εμπειρογνώμονες του οποίου ήρθαν στην Κύπρο και μελέτησαν τον τρόπο ενεργείας της ανακριτικής ομάδας καθώς και το προφίλ της «Σάντης».

Ως γνωστόν, η έρευνα των ανακριτικών Αρχών δεν επιβεβαίωσε οτιδήποτε από τους ισχυρισμούς που εκφράστηκαν, τουναντίον διαψεύστηκαν είτε μέσω καταθέσεων, είτε μέσω έρευνας στο διαδίκτυο ή και τα δύο μαζί.

Οι καταγγελίες του Μακάριου Δρουσιώτη αφορούσαν ισχυρισμούς για σοβαρά ποινικά αδικήματα, παρακολουθήσεις, παρεμβάσεις σε κρατικούς θεσμούς και θέματα που αφορούν τη Δικαιοσύνη. Στο πλαίσιο της διερεύνησης, ο κ. Δρουσιώτης έδωσε στην Αστυνομία γραπτή κατάθεση και παρέδωσε ηλεκτρονικό υλικό, το οποίο και διερευνήθηκε.