Χαιρετίζουμε το γεγονός ότι, σύμφωνα με σημερινά δημοσιεύματα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προσανατολίζεται να υπογράψει μέρος των νομοθεσιών που ψήφισε η Βουλή για την προστασία των δανειοληπτών. Κάθε μέτρο που ενισχύει, έστω και μερικώς, τα διαθέσιμα εργαλεία προστασίας κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.
Την ίδια ώρα, όμως, προκαλεί σοβαρό προβληματισμό η πληροφορία ότι επιχειρείται να μπλοκαριστεί η πιο ουσιαστική πρόνοια υπέρ των δανειοληπτών: το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο και αναστολής της εκποίησης όταν αμφισβητείται το ύψος της οφειλής ή όταν υπάρχουν καταχρηστικές ρήτρες. Πρόκειται για ρύθμιση που αγγίζει τον πυρήνα της πραγματικής προστασίας του πολίτη απέναντι σε ένα σύστημα που τον αφήνει διαχρονικά εκτεθειμένο.
Η ουσιαστική προστασία των δανειοληπτών προϋποθέτει την αποκατάσταση του δικαιώματος προσφυγής στη Δικαιοσύνη πριν από την εκποίηση, ώστε να μπορούν να αμφισβητούν αποτελεσματικά το ύψος της οφειλής, τις υπερχρεώσεις, τους τόκους και τις καταχρηστικές ρήτρες. Η σημερινή κατάσταση συνιστά σοβαρή στρέβλωση, αφού στην Κύπρο ένας πλειστηριασμός μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε λίγους μήνες, ενώ η δικαστική κρίση για το νόμιμο ποσό της οφειλής μπορεί να απαιτήσει χρόνια.
Δεν περνά απαρατήρητο ότι κάθε φορά που προωθούνται ρυθμίσεις οι οποίες αγγίζουν τα συμφέροντα των τραπεζών και των εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων, εμφανίζονται αμέσως ενστάσεις, επιφυλάξεις και σενάρια μπλοκαρίσματος.
Αυτή η επαναλαμβανόμενη στάση από πλευράς Προεδρικού και των κομμάτων που στηρίζουν την Κυβέρνηση — με ορισμένα εξ αυτών να αποκαλύπτουν και εντός της Βουλής, κατά την ψήφιση των συγκεκριμένων νομοσχεδίων, τις πραγματικές τους προθέσεις — δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Η κοινωνία δικαιούται να γνωρίζει αν υπάρχει πραγματική πολιτική βούληση για προστασία των δανειοληπτών ή αν, για ακόμη μία φορά, προτεραιότητα έχουν οι ευαισθησίες του τραπεζικού συστήματος.
Οι δανειολήπτες δεν είναι αριθμοί. Πίσω από κάθε εκποίηση υπάρχουν οικογένειες, κύριες κατοικίες και άνθρωποι που ζητούν το αυτονόητο: να έχουν το δικαίωμα να ακουστούν και να κριθεί δικαστικά αν αυτό που τους ζητείται είναι πράγματι νόμιμο και δίκαιο.
Αν υπάρχουν επιμέρους νομικά ή τεχνικά ζητήματα, αυτά μπορούν να διορθωθούν. Εκείνο που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό είναι να ακυρωθεί η ουσία μιας νομοθετικής παρέμβασης που παρέχει πραγματική άμυνα στον δανειολήπτη πριν από την απώλεια της περιουσίας του. Η χώρα χρειάζεται καθαρή πολιτική βούληση, στη σωστή πλευρά της κοινωνίας, και όχι άλλη μία οπισθοχώρηση σε ένα θέμα βαθιά κοινωνικό και πολιτικό.
