Μπορεί η  ιδιωτική ζωή να τίθεται υπό επιτήρηση;

Το άρθρο 8 της  ΕΣΔΑ και η υπόθεση Kanev κατά Βουλγαρίας.

*δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή- προσωπική ζωή-ταυτότητα ενός προσώπου-σωματική και ηθική ακεραιότητα-οικογενειακή ζωή- κανείς δεν δικαιούται να εισβάλει στην κατοικία ενός ατόμου – αλληλογραφία και διαδίκτυο- νόμος-αναγκαίο μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία-αναλογικότητα.

Εισαγωγή

Μιλώντας για  ανθρώπινα δικαιώματα, εννοούμε τα δικαιώματα τα οποία προστατεύονται είτε από το Σύνταγμα, είτε από το Διεθνές Δίκαιο μέσω των οικουμενικών και περιφερειακών συμβάσεων, είτε μέσω του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε μέσω της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε ανθρώπινο ον έχει δικαίωμα κατοχύρωσης της προσωπικότητας και των δραστηριοτήτων του, της ευημερίας του και της προστασίας και καθήκοντος του μέσα από τις σχέσεις του με άλλα πρόσωπα και αγαθά.

Ιδιαίτερα, το δικαίωμα κάθε ατόμου στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας του, θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένο σε μια δημοκρατική κοινωνία, που σέβεται τα δικαιώματα όλων.

Το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατοχυρώνει το δικαίωμα αυτό, ιδιαίτερα θέτοντας όρια προς οποιαδήποτε δημόσια αρχή να επέμβει.

Η επέμβαση από μια δημόσια αρχή επιτρέπεται μόνο εάν υπάρχει ο νόμος που να το προβλέπει ή εάν είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, για λόγους εθνικής ασφάλειας, δημόσιας τάξης και πρόληψης εγκλημάτων, προστασίας της υγείας, της ηθικής ή των δικαιωμάτων των τρίτων.

Η πρόσφατη απόφαση  Kanev v. Bulgaria, αποτελεί ένα δυνατό παράδειγμα της εξουσίας που κατέχει μια δημόσια αρχή να επέμβει στην ιδιωτική σφαίρα του ατόμου, με στόχο την προστασία της δημόσιας τάξης και ασφάλειας. 

Θέτει ακόμη, ένα σημαντικό ερώτημα˙ μπορεί το Κράτος και μέχρι ποιο σημείο, να επέμβει στην ιδιωτική ζωή ενός ατόμου; Μπορεί να συσχετιστεί η υπόθεση Kanev με την Dudgeon v. UK;

Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης Kanev v. Bulgaria (2026)

Στην υπόθεση αυτή τίθεται ένα βασικό ερώτημα. Η κρατική επεξεργασία και η διατήρηση προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο των υπηρεσιών πληροφοριών, μέχρι που μπορεί να φτάσει…Ήταν επαρκείς οι διαδικαστικές εγγυήσεις στην βουλγαρική  νομοθεσία;

O πρώτος προσφεύγων είναι ο κ. Kanev ο οποίος διαμένει στη Σόφια και ήταν ο πρόεδρος της Επιτροπής Bulgarian Helsinki Committee και ο δεύτερος είναι η Επιτροπή, με έδρα τη Σόφια. 

Στα μέσα του 2021, ο τότε  Υπουργός Εσωτερικών της Βουλγαρίας– ο οποίος κατά την περίοδο 2013-2018 είχε διατελέσει επικεφαλής του Εθνικού Γραφείου Εποπτείας των Ειδικών Μέσων Παρακολούθησης, ανέφερε δημοσίως ότι αρκετές Αρχές, παρακολουθούσαν κρυφά, «σχεδόν όλο το εικοσιτετράωρο», τις επικοινωνίες πολλών προσώπων, όπως πολιτικών  και ακτιβιστών,  οι οποίοι είχαν συμμετάσχει σε μια σειρά διαδηλώσεων κατά της προηγούμενης κυβέρνησης και του Γενικού Εισαγγελέα, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά το δεύτερο μισό του 2020 και στις αρχές του 2021.

Παρά το γεγονός ότι ο Υπουργός δήλωσε ότι γνώριζε τα ονόματα των προσώπων που είχαν τεθεί υπό παρακολούθηση, δεν τα αποκάλυψε.

Ακολούθως ο πρώτος προσφεύγων απέστειλε στην Υπηρεσία επιστολή ζητώντας πληροφορίες σχετικά με το κατά πόσο είχαν χρησιμοποιηθεί ειδικά μέσα παρακολούθησης προς αυτόν και μέθοδοι ή τεχνικές συλλογής πληροφοριών.  

Η Υπηρεσία του απάντησε ότι όσον αφορά  τα ειδικά μέσα παρακολούθησης, θα έπρεπε να απευθυνθεί στο Εθνικό Γραφείο καθότι προβλεπόταν στο άρθρο 34  του Νόμου του 1997 περί Ειδικών Μέσων Παρακολούθησης.  Όσον αφορά το αίτημα που  αφορούσε άλλες μεθόδους ή τεχνικές συλλογής πληροφοριών, έλαβε την «απάντηση» ότι  λόγω του ότι η πρόσβαση σε αυτές προβλεπόταν  από το άρθρο 36 § 4 του Νόμου του 2007 περί της Κρατικής Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας  και από κανονισμούς που είχαν εκδοθεί από τον επικεφαλής της Υπηρεσίας το 2009, το   αίτημα δεν μπορούσε να απαντηθεί. Eπιπρόσθετα, η Υπηρεσία απάντησε στον προσφεύγοντα ότι αρνείτο να γνωστοποιήσει τις εν λόγω πληροφορίες, στη βάση του πιο πάνω άρθρου.

Παρά τις συνεχείς διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες, οι προσφεύγοντες δεν έλαβαν απαντήσεις στα αιτήματα τους,  αλλά μόνο διάφορων ειδών «εξηγήσεις» για την άρνηση των Αρχών να τους παράσχουν τις πληροφορίες που ζητούσαν για τα προσωπικά τους δεδομένα.

H απόφαση του ΕΔΔΑ

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 και επέμβαση στην ιδιωτική ζωή των προσφευγόντων,  λόγω έλλειψης αποτελεσματικών εγγυήσεων κατά της αυθαίρετης επεξεργασίας δεδομένων των προσφευγόντων, καθότι η Υπηρεσία απέφυγε επανειλημμένα να δώσει απαντήσεις στο κατά πόσο είχαν υποβληθεί σε επιτήρηση ή παρακολούθηση και συνεπώς η βουλγαρική εθνική νομοθεσία για την παρακολούθηση, επιτήρηση και επεξεργασία δεδομένων δεν παρείχε επαρκείς εγγυήσεις.

Οι προσφεύγοντες στην πιο πάνω περίπτωση, μη γνωρίζοντας τι ακριβώς έχει συλλεχθεί για αυτούς από την Υπηρεσία, δεν προστατεύθηκαν στην ιδιωτική τους σφαίρα, εφόσον το κράτος εισέβαλε σε αυτή χωρίς φραγμούς.

Μπορεί η υπόθεση Kanev να συσχετιστεί με την Dudgeon v. UK (1981)?  

Η υπόθεση αυτή δεν αφορά το ίδιο ουσιαστικό δικαίωμα ή παρόμοια πραγματικά περιστατικά με την Kanev.

Υπάρχει όμως ένας κοινός άξονας και για τον λόγο αυτό παρουσιάζεται η  υπόθεση αυτή, η οποία υπήρξε σταθμός για την προστασία της ιδιωτικής ζωής του ατόμου.

Τα πραγματικά περιστατικά

Ο κ. Jeffrey Dudgeon, ήταν υπάλληλος σε ναυτιλιακή εταιρεία και κάτοικος του Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας ως επίσης ήταν ομοφυλόφιλος και οι καταγγελίες του στράφηκαν κατά της ύπαρξης στη Βόρεια Ιρλανδία νόμων που ποινικοποιούσαν ομοφυλοφιλικές πράξεις μεταξύ συναινούντων ενήλικων ανδρών και μάλιστα τιμωρούνταν με ανώτατες ποινές ισόβιας κάθειρξης και φυλάκισης δέκα ετών.

Η Αστυνομία είχε μεταβεί στην οικία του κ. Dudgeon με σχετικό ένταλμα έρευνας σχετικά με διερευνώμενη υπόθεση κατοχής ναρκωτικών. Κατά την έρευνα, εντόπισε διάφορα έγγραφα και ημερολόγια του Dudgeon που περίγραφαν ομοφυλοφιλικές του δραστηριότητες, τα οποία και κατασχέθηκαν και ο ίδιος ανακρίθηκε στη συνέχεια από τις Αρχές σχετικά με τη σεξουαλική του ζωή, ενώ να σημειωθεί ότι το ένταλμα έρευνας είχε εκδοθεί βάσει του νόμου Misuse of Drugs Act 1971 και κατά συνέπεια δεν ενέπιπτε στο θέμα που διερευνούσε η Αστυνομία, κάνοντας ουσιαστικά υπέρβαση εξουσίας.

Ως επακόλουθο, το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Dudgeon έκανε το θεμελιώδες βήμα να  αναγνωρίσει ότι η ιδιωτική σεξουαλική ζωή εμπίπτει στον πυρήνα της ιδιωτικής ζωής του ατόμου, σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και η  ποινική νομοθεσία  που απαγορεύει συναινετικές ομοφυλοφιλικές πράξεις μεταξύ ενηλίκων, αποτελούσε  επέμβαση στο δικαίωμα αυτό.

Παράλληλα, στην Kanev,  το ΕΔΔΑ αντιμετωπίζει την προστασία της ιδιωτικής ζωής με ευρύ πνεύμα καθότι η συλλογή, αποθήκευση και ενδεχόμενη επεξεργασία πληροφοριών από κρατική υπηρεσία πληροφοριών μπορεί να συνιστά επέμβαση στο άρθρο 8, ακόμη και όταν ο ενδιαφερόμενος δεν γνωρίζει τι ακριβώς έχει συλλεχθεί γι’ αυτόν.

Επίλογος

Η προστασία της ιδιωτικής ζωής στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ, έχει εξελιχθεί μέσα από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, διαπιστώνοντας πόσο μακριά έχει φτάσει σήμερα, όχι μόνο μέσα από την Dudgeon, αλλά και από άλλες υποθέσεις όπως η Big Brother Watch και η Roman Zakharov (αμφισβήτηση του ρωσικού συστήματος μυστικής παρακολούθησης των κινητών τηλεφωνικών επικοινωνιών).

Αδιαμφισβήτητα, το άρθρο 8 προστατεύει τον ιδιωτικό χώρο του ατόμου, όχι μόνο από συγκεκριμένες κρατικές πράξεις,  αλλά και από ένα κρατικό θεσμικό καθεστώς που δημιουργεί κίνδυνο για αυθαίρετη επέμβαση στην ιδιωτική ζωή.

Οι Dudgeon και Kanev μπορούν να θεωρηθούν  ως δύο διαφορετικές εκφάνσεις της εξελικτικής πορείας του άρθρου 8, καθώς η πρώτη παρουσιάζει την ουσιαστική προστασία της προσωπικής αυτονομίας και ιδιωτικού πυρήνα της ζωής του ατόμου, ενώ η δεύτερη την ανάγκη  για ύπαρξη θεσμικών/διαδικαστικών εγγυήσεων, όταν το κράτος έχει την εξουσία να εισβάλει στην ιδιωτική σφαίρα του ατόμου.

Σε κάθε περίπτωση, η ιδιωτική σφαίρα του ατόμου, η οικογενειακή ζωή, η κατοικία του και η αλληλογραφία του οφείλουν να διασφαλίζονται από αυθαίρετη επέμβαση και οι δημόσιες αρχές να σέβονται τα όρια της επέμβασης αυτής, στο πλαίσιο της αναλογικότητας-αναγκαιότητας και σκοπού σε κάθε ξεχωριστή περίσταση. Η υπέρμετρη επέμβαση στον πυρήνα της ιδιωτικής ζωής δεν δικαιολογείται σε μια δημοκρατική κοινωνία,  ακόμη και με την ύπαρξη νόμου.

Δαμιανού Κλειώ

*Πτυχιούχος Νομικής, Κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Νομικής

(Ειδίκευση: Ανθρώπινα Δικαιώματα και Κοινωνική Δικαιοσύνη)