“Ασπίδα του Αχιλλέα”: Με ποιον τρόπο, “προστατεύεται” η Κυπριακή Δημοκρατία;

Σχόλιο, του Δρ Αριστοτέλους για τις ανακοινώσεις και τα σχόλια γύρω από την αγορά και εγκατάσταση του αντιαεροπορικού συστήματος “Ασπίδα του Αχιλλέα” από την Ελλάδα

Οι δηλώσεις για την υπογραφείσα συμφωνία Αθήνας και Τελ Αβίβ για την εγκατάσταση στην Ελλάδα, τα επόμενα χρόνια, του αντιαεροπορικού συστήματος, γνωστού ως «Ασπίδα του Αχιλλέα», ως μέσου αντιμετώπισης αεροπορικών, πυραυλικών και άλλων σύγχρονων απειλών, συνιστούν πολιτικά και στρατιωτικά θετική εξέλιξη. Τεχνικά και επιχειρησιακά, όμως, παραμένει αδιευκρίνιστο με ποιον ακριβώς τρόπο το σύστημα θα «καλύπτει» και την Κύπρο όπως επισήμως ή μη έχει λεχθεί και ευρέως μεταδοθεί.

Η αγορά και εγκατάσταση του συστήματος αντιαεροπορικής άμυνας, εφόσον υλοποιηθεί έγκαιρα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα χρονοδιαγράμματα και εφόσον τα διάφορα υποσυστήματα και επίπεδα που το συναποτελούν λειτουργήσουν αποτελεσματικά ως ενιαίο σύνολο, θα αυξήσει σημαντικά τις αμυντικές ικανότητες των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και θα δημιουργήσει αυξημένο αποτρεπτικό κόστος για οποιονδήποτε επιτιθέμενο.

Παράλληλα, σε οποιονδήποτε αεροπορικό και αντιαεροπορικό σχεδιασμό θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη — χωρίς ούτε να υποτιμώνται ούτε να υπερτιμώνται— οι αυξανόμενες δυνατότητες και τα μέσα ηλεκτρονικού πολέμου, καταστολής αεράμυνας και μη επανδρωμένων συστημάτων που διαθέτει η Τουρκία.

Χρειάζεται, επίσης, να διευκρινιστεί ένα ζήτημα που προκύπτει από πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις και κυρίως από τη χθεσινή δήλωση του Κύπριου Υπουργού Άμυνας κ. Βασίλη Πάλμα, από τις οποίες έχει δημιουργηθεί η εντύπωση — και ευρέως μεταδοθεί— ότι η «Ασπίδα του Αχιλλέα», στο πλαίσιο της στρατηγικής και αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας – Κυπριακής Δημοκρατίας – Ισραήλ, κατά κάποιον τρόπο περιλαμβάνει ή καλύπτει και την Κύπρο.

Τα οπλικά μέσα που συναποτελούν τα διάφορα επίπεδα αναχαίτισης της αντιαεροπορικής αυτής ασπίδας και προβλέπεται να συγκροτήσουν την προστατευτική ομπρέλα αφορούν, σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, πρωτίστως την προστασία της ελληνικής γεωγραφικής επικράτειας. Οι αναφερόμενες εμβέλειες αναχαίτισης στόχων είναι ή μπορεί να είναι περίπου οι εξής:

1. SPYDER – εγγύς επίπεδο: 40–50 χλμ.
2. BARAK – μέσο επίπεδο: BARAK MR 35 χλμ., BARAK LR 70 χλμ. και BARAK ER 150 χλμ.
3. Davids Sling – ανώτερο επίπεδο: μέχρι περίπου 300 χλμ., ανάλογα με το είδος του στόχου και τις επιχειρησιακές συνθήκες.

Πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι οι πιο πάνω αποστάσεις αφορούν μέγιστες ή αναφερόμενες εμβέλειες αναχαίτισης υπό συγκεκριμένες επιχειρησιακές συνθήκες και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως γεωγραφικές ακτίνες εντός των οποίων κάθε σημείο «καλύπτεται» ή προστατεύεται αυτομάτως.

Με όλη την εκτίμηση προς τους αρμόδιους Υπουργούς και όσους έχουν εκφράσει ανάλογες απόψεις, προκύπτει συνεπώς ένα εύλογο και ουσιαστικό ερώτημα:

Με τα μέχρι σήμερα δημοσιοποιημένα τεχνικά και επιχειρησιακά δεδομένα, με ποιον ακριβώς τρόπο «καλύπτεται», «προστατεύεται» ή εντάσσεται στην εξίσωση της αεράμυνας της Ελλάδας —ή και μιας ευρύτερης περιφερειακής αντιαεροπορικής αμυντικής αρχιτεκτονικής— η Κυπριακή Δημοκρατία;

Η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί τον πιο αδύνατο και ευάλωτο κρίκο στην εξίσωση αυτή έναντι της τουρκικής στρατιωτικής απειλής. Θα βοηθούσε επομένως τόσο τον εαυτό της όσο και την Ελλάδα —από την οποία πρωτίστως θα ανέμενε κανείς άμεση στρατιωτική συνδρομή σε περίπτωση νέας τουρκικής επίθεσης— εάν, παρά τα τρωτά και τους περιορισμούς της, η Λευκωσία ενίσχυε περαιτέρω τη δική της πολυεπίπεδη αντιαεροπορική και αντιπυραυλική ομπρέλα, αυξάνοντας το αποτρεπτικό κόστος οποιασδήποτε επιδρομικής ενέργειας εναντίον της.

Η αξιοπιστία, άλλωστε, οποιασδήποτε ευρύτερης αμυντικής αρχιτεκτονικής Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ θα πρέπει να κρίνεται πρωτίστως από το κατά πόσον ενισχύει στην πράξη τον περισσότερο εκτεθειμένο και ευάλωτο κρίκο της, δηλαδή την Κυπριακή Δημοκρατία.

Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, η ουσιαστική «κάλυψη» της Κύπρου δεν θα εξαρτάται κατ’ ανάγκην από το εάν ένας πύραυλος εγκατεστημένος στην ελληνική επικράτεια έχει θεωρητική εμβέλεια μέχρι το νησί. Θα εξαρτάται κυρίως από το εάν η κυπριακή αεράμυνα διαθέτει επαρκή δικά της μέσα και εάν αυτά μπορούν να διασυνδεθούν επιχειρησιακά με την ελληνική αρχιτεκτονική μέσω κοινής ή συμβατής εικόνας αεράμυνας, αισθητήρων και ραντάρ, ασφαλών δικτύων επικοινωνιών, ανταλλαγής δεδομένων, διοίκησης και ελέγχου και προκαθορισμένου συντονισμού ενεργειών.

Αυτό είναι το σημείο που, κατά την άποψή μου, χρειάζεται να αποσαφηνιστεί. Διότι άλλο η πολιτική δήλωση ότι η «Ασπίδα του Αχιλλέα» καλύπτει και την Κύπρο και άλλο η ύπαρξη συγκεκριμένης και λειτουργικής επιχειρησιακής αρχιτεκτονικής που να μετατρέπει αυτή τη δήλωση σε πραγματική αμυντική δυνατότητα.

Δρ Άριστος Αριστοτέλους

Ειδικός σε Θέματα Άμυνας και Στρατηγικής

Επικεφαλής Κυπριακού Κέντρου Στρατηγικών Μελετών